Τετάρτη, Οκτωβρίου 31, 2012

Αποθέματα

Mας ξημερώνει άραγε θεαματικότατος Νοέμβρης; Ή θα τα βγάλει τελικά πέρα, όπως τόσοι και τόσοι μήνες πριν από αυτόν; Είτε με, είτε χωρίς θεαματικές εξελίξεις όμως, εδώ και καιρό, κάθε μήνας που περνάει, δεν μας αφήνει ανέπαφους, απαράλλακτους, ίδιους. Κάθε μήνας αφήνει τη χώρα και τους ανθρώπους της σε διαφορετική κατάσταση από ό,τι τους βρήκε. Μια διαρκής μεταβολή υλικών συνθηκών και τρόπου σκέψης. Όλο και πιο πέρα. Ταμειακά αποθέματα, ψυχικά αποθέματα, πολιτειακά αποθέματα, αποθέματα αυταπάτης. Αποθέματα που αντέχουν, αποθέματα που σώνονται, μια χώρα που σώζεται και ξανασώζεται, κι όποιος εντός της αντέξει, άντεξε.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 29, 2012

Δημοκρατία έχουμε

Ανακεφαλαιώνουμε:
1) Πολίτες καταγγέλλουν ότι βασανίστηκαν.
2) Στα κυρίαρχα ελληνικά ΜΜΕ δεν κουνιέται φύλλο.
3) Κι ύστερα ήρθε ο Guardian.
4) O αρμόδιος υπουργός της δημοκρατικής κυβέρνησης προαναγγέλλει μηνύσεις κι αγωγές κατά του Guardian, χαρακτηρίζει το δημοσίευμα υποβολιμιαίο από τον ΣΥΡΙΖΑ, προκαταλαμβάνει ιατροδικαστικές εκθέσεις.
5) Οι ιατροδικαστικές εκθέσεις όμως τελικά λένε άλλα και ο ανακριτής προτείνει να ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα.
6) Οι παρουσιαστές πρωινής εκπομπής της δημόσιας τηλεόρασης ασκούν μετά από αυτά κριτική στον αρμόδιο υπουργό της δημοκρατικής κυβέρνησης.
7) Δημοσιογράφος που έχει υπηρετήσει όσο ελάχιστοι την τηλεοπτική δημοσιογραφία σκουπίδι και διορίστηκε από την τρικομματική μας κυβέρνηση Γενικός Διευθυντής Ενημέρωσης, κόβει για αυτόν ακριβώς το λόγο την εκπομπή «μέχρι νεωτέρας».
Περιμένεις να γράψω ότι έχουμε χούντα για να έχεις από κάπου να πιαστείς, έτσι;
Δεν το γράφω. Δεν έχουμε.
Δημοκρατία έχουμε.
Tη δημοκρατία που αντιστοιχεί σε πολίτες σαν εσένα,
με μηδενική δημοκρατική ευαισθησία,
μα ατελείωτα αποθέματα σταρχιδισμού και παρτακισμού.

«ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΜΠΡΑΒΟ ΣΤΗ ΜΑΘΗΤΡΙΑ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΔΙΑΚΩΜΩΔΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΧΛΕΥΑΖΩΝ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ»

Μερικές μαγευτικές σκέψεις μου για το λόγο που στην περίπτωση του Σοφοκλή Σχορτσανίτη ο χρυσαυγίτικος ρατσισμός έχασε τη μπάλα μπορείς να βρεις εδώ.
Όταν ήρθαν για τον Φωτόπουλο δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν διαπλεκόμενος αρχισυνδικαλιστής, όταν κυνήγησαν τον Βαξεβάνη σιώπησα γιατί δεν καταπάτησα ποτέ προσωπικά δεδομένα, όταν ήρθαν για μένα δεν είχε μείνει κανείς να με υπερασπιστεί παρά μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι.
(Αυτό το έγραφα χθες βράδυ προσπαθώντας να μπω στη θέση και στο στυλ του Protagon, συναισθανόμενος την ανάγκη του να τηρήσει μια φλου αρτιστίκ απόσταση τόσο από τον συγκεκριμένο δημοσιογράφο που καταζητούνταν όσο και από τις αρχές που τον καταζητούσαν).
 
Fargo - Fargone - Far Gone.
Αλλά είμαι πάντα πίσω από τις εξελίξεις. Πηγαίνοντας πιο μακριά από τον καθένα, ο Ανδρέας Πετρουλάκης επισημαίνει σήμερα για τη λίστα Βαξεβάνη:
«Η τρίτη κατηγορία ενδιαφερομένων είναι οι υποψήφιοι απαγωγείς. Μία ποικιλία που στις μέρες μας πυκνώνει επικίνδυνα και η οποία αντιμετωπίζει πάντα ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Πώς εντοπίζεις μία οικογένεια με ρευστότητα, σε μια εποχή που κανείς νικητής του λαχείου ή του προπό δεν εμφανίζεται δημοσίως, που κανείς δεν δημοσιοποιεί μια προσοδοφόρα συναλλαγή, που ακόμα και οι παλιοί πλούσιοι το πιθανότερο να μην έχουν μετρητά. Η λίστα είναι βούτυρο στο ψωμί αυτών των καλών ανθρώπων και νομίζω αν κάποιος κάτοικος της λίστας πέσει θύμα απαγωγής έχει από πού να ζητήσει τα λεφτά του πίσω. Από αυτόν που σκέφτηκε ότι είναι καλό για την κοινωνία και την ενημέρωση να πληροφορήσει τους ενδιαφερόμενους ότι απλώς κάποιο συνάνθρωποί μας έχουν λεφτά στην τράπεζα».
Ένα ακόμη χθεσινοβραδυνό και κλείνω: Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων, που αν έβρισκε ας πούμε απόψε η αστυνομία τον Βαξεβάνη κι αυτός έτρεχε να ξεφύγει και για να τον πιάσουν του έσπαγαν και πέντε πλευρά, πάλι θα επιχειρηματολογούσε ότι εφαρμόστηκε ο νόμος, ότι δεν γίνεται να υπάρχει επιλεκτική εφαρμογή των νόμων, ότι άλλο θέμα το πώς χειρίστηκαν οι πολιτικοί τη λίστα κι άλλο θέμα το πώς θα χειριστεί η έννομη τάξη τον κάθε πολίτη που παραβιάζει το νόμο. Που θα έλεγε δηλαδή να μη λαϊκίζουμε, να πάψουμε να κραυγάζουμε ημι-άναρθρα, να μάθουμε να διακρίνουμε τα μήλα από τα πορτοκάλια. Που τελικά θα επαινούσε την σύλληψη και το σπάσιμο των πλευρών ως κράτος που λειτουργεί και νόμο που εφαρμόζεται, ως στοιχεία απεξαρτημένα εντελώς από την μεγαλύτερη εικόνα, ωσάν η αφήγηση της ιστορίας μας να ξεκινά από το τεύχος του περιοδικού και πιο πριν να μην έχει προηγηθεί τίποτα.
 ~~~
Και κατεξοχήν δεν προηγήθηκαν βέβαια και βασανισμοί στη ΓΑΔΑ. Μην διαβάσεις τι λένε εδώ οι ιατροδικαστές και ο ανακριτής. Το Νικόλα το Δένδια να ακούς που ετοιμάζεται να μηνύσει τον Guardian. Το BBC θα το μηνύσει ο Βρούτσης. Την Humanite ο Στυλιανίδης. Ο Γιάννης Στουρνάρας δεν προλαβαίνει να μηνύσει κανέναν, αφού είναι απασχολημένος έξω από το Μαξίμου κάνοντας δηλώσεις ως εκπρόσωπος της τρόικας και λέγοντας μας πόσο εύλογα είναι αυτά που ζητούν, οπότε τoυς Νew York Times μπορεί να τους μηνύσει προσωπικά ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Χτίζουμε αξιοπιστία στο εξωτερικό, χτίζουμε καλή εικόνα. Και στο βάθος υπάρχει και μια γλυκιά ελπίδα, όπως θα έλεγε κι ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων, για ακόμη καλύτερη μελλοντικά εικόνα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2012

Αράδες

Για να πούμε και τίποτα δυσάρεστο, όταν δεν βγαίνει η αριστερά να τα βάλει τόσο αβανταδόρικα με τους καναλάρχες, το κενό θα το καλύψει -έστω κι εντελώς καιροσκοπικά κι υποκριτικά- ο Μιχαλολιάκος. Ο Μιχαλολιάκος έχει στο επίπεδο αυτό ένα μεγάλο προτέρημα: αδιαφορεί εκ των προτέρων τι θα του καταλογίσει ο κάθε Πρετεντέρης, ο κάθε Θεοδωράκης, ο κάθε μνημονιακός καθηγητής πανεπιστημίου, ο κάθε οργανικός διανοούμενος, αδιαφορεί αν θα τον πουν παλαβή ακροδεξιά ή βίαιο άκρο, δεν νιώθει πως έχει να δώσει εξετάσεις νομιμοφροσύνης και νομιμότητας, επειδή αφενός ιδεολογικά η δημοκρατική νομιμότητα είναι εχθρός του και αφετέρου πρακτικά η ποινική νομιμότητα των τραμπούκων του κρίνεται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που ενεργεί ή δεν ενεργεί η αστυνομία.
Για να πούμε και τίποτα αληθινό, ο Μαχάτμα Γκάντι ή -ας βάλουμε ένα λευκό καλύτερα, για να του στερήσουμε και το ρατσιστικό πάτημα- ο Βόλφανγκ Αμαντέους Μότσαρτ να πάρει συνέντευξη από τον Μιχαλολιάκο, όταν την παίρνει για λογαριασμό καναλιού ή εφημερίδας των γνωστών ολίγων Ελλήνων εκδοτών, είναι εκ των προτέρων σε θέση τουλάχιστον εξίσου ευάλωτη. Σε κάθε ερώτηση «Είστε ναζιστής;» η πληρωμένη απάντηση είναι «Εσύ γιατί δεν μιλάς για το αφεντικό σου;». Ισοπαλία, μπορεί και διπλό (στα μάτια του κοινού πάντα, όχι στον κόσμο των πλατωνικών ιδεών).
Για να πούμε και τίποτα άβολο, άπαξ και μια νεοναζιστική συμμορία έχει τόση πέραση σε κομμάτι του ελληνικού λαού, δεν υπάρχει ο καταπληκτικός και ανεπίληπτα δημοκρατικός εκείνος τρόπος αντιμετώπισής της: η δημοκρατία ούτως ή άλλως ηττάται ήττα οικτρή.
Για να πούμε και τίποτα καταληκτικό, αν η Χρυσή Αυγή προβάλλεται ως αντισυστημική, αυτό δεν σημαίνει πως ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισής της είναι να δώσουμε συγχωροχάρτι στο σύστημα, συνομολογώντας πως με όλα του τα τρωτά είναι προτιμότερο από αυτήν. Ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισής της είναι να πάψεις να έχεις ενδοιασμούς να τα βάλεις εντελώς και ριζικά με το σύστημα, πόσο μάλλον όταν η δική σου ιδεολογία είναι εκείνη που αληθινά προστάζει να τα βάλεις, πόσο μάλλον όταν η δική σου οπτική είναι εκείνη που μπορεί να εξηγήσει πως το πρόβλημα του είναι δομικό και όχι αποτέλεσμα πενήντα «κλεφταράδων» ή οτιδήποτε άλλο σε «αράδων». Αν δεν το κάνεις εγκαίρως θα έχεις μπροστά σου κι ένα πολιτειακό πρόβλημα που θα έχει πλέον καταστεί δημοκρατικά άλυτο, καθώς η (δήθεν) αντιμετώπισή του συστημικού προβλήματος θα έχει νομιμοποιηθεί από την εντολή εκατομμυρίων ελληναράδων.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 24, 2012

Xαστούκια κι αγκαλιές απαγορεύονται εξίσου.

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2012

Το Μεγάλο Κακό

Από τις αρχές του 2010 έως τα τέλη του 2012, ένα και μόνο ένα επιχείρημα κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα· κυριαρχεί δε τόσο, ώστε όλα τα υπόλοιπα να ακούγονται ως ένα δίχως νόημα βουητό, ως μια ατελείωτη σπατάλη λέξεων:  «Το κόστος για τη χώρα θα είναι άπειρο, αν δεν πάρουμε τη δόση των τάδε δισ. ευρώ», δήλωσε ο τάδε κυβερνητικός αξιωματούχος, προσθέτοντας, μάλιστα, ότι «αν δεν πάρουμε τη δόση, θα πεινάσει κόσμος». 
Μάλλον ψέμματα· δεν κυριαρχεί απλώς. Είναι το αποκλειστικό επιχείρημα, είναι το μέρος που αρχίζει και τελειώνει κάθε σκέψη, κάθε λόγος, κάθε αντίλογος. Για να ακριβολογήσουμε, ο αντίλογος δεν αποκλείεται· αντίθετα οι ίδιοι τον προκαλούν: Συμφωνώ με τις διαπιστώσεις σας, συμφωνώ με την περιγραφή της κατάστασης, αλλά -σοβαρά τώρα- έχετε να προτείνετε κάτι άλλο; Υπάρχει άλλος δρόμος; Υπάρχει άλλος δρόμος ρεαλιστικός; Πρώτος εγώ θα ήθελα να τον μάθω. Μα ελάτε, αυτά που λέτε δεν γίνονται. Δυστυχώς έτσι είναι η κατάσταση. Κι αφού είναι έτσι, δεν μπορούμε στα αλήθεια να κάνουμε αλλιώς.  
Δυόμιση χρόνια τώρα ολοένα και περισσότερος κόσμος βγαίνει στην ανεργία, αυτοκτονεί, μεταναστεύει, παθαίνει κατάθλιψη, απελπίζεται, βιώνει μια ατελείωτη ψυχολογική βία, το ρίχνει στο νεοναζισμό και αρχίζει κυριολεκτικά να πεινάει, στο όνομα του να μη συμβεί το Μεγάλο Κακό.
Και τελικά, πού ξέρεις, μπορεί και να τα καταφέρουμε χωρίς το μεγάλο κακό να συμβεί ποτέ, μπορεί αυτή η μέθοδος να είναι η αποτελεσματικότερη, μπορεί αν τα πάντα είναι θέμα ορισμών να συμφωνήσουμε πως ό,τι κι αν έχει συμβεί στην μεταμνημονιακή Ελλάδα και ό,τι θα συνεχίσει να συμβαίνει δεν είναι το Μεγάλο Κακό, είναι η δόση με τη δόση απομάκρυνση -αντί για έλευση και σταδιακή εγκαθίδρυση- του Μεγάλου Κακού.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2012

H Κουλτούρα Μετά την Μεταπολίτευση

 Αφού το εξώφυλλο έγινε
τόσο γρήγορα πραγματικότητα,
ας αναδημοσιεύσω κάτι από το τεύχος 9. Το τεύχος 10 εξακολουθεί να κυκλοφορεί στα περίπτερα.
-----
Από την περίπτωση της Νομικής - Υπατίας, ως τον Ξένιο Δία και το έγκλημα της Πάρου, πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στην ουσία της κάθε υπόθεσης και το πώς λειτουργεί στην πράξη η κάθε υπόθεση στο δημόσιο λόγο. Λειτουργεί ως απελευθερωτής χαβούζας. Η λογική συζήτηση για την ουσία των υποθέσεων αυτών πάει περίπατο και τη θέση της παίρνει ένα ασύστολο αμόκ, μια γενικευμένη λύσσα. Ανάμεσα στα πολλά άλλα ρητά με τα οποία μεγαλώσαμε και με τα οποία συνηθίσαμε να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και τη συλλογική μας ταυτότητα ήταν και το περίφημο «Ο Έλληνας δεν είναι ρατσιστής». Είναι βέβαια συζητήσιμο το πόσο βάσιμο ήταν, το πόσο δοκιμασμένο σε συνθήκες άλλες από του θερμοκηπίου ήταν, αλλά πάντως έχει σημασία ότι, έστω και στο επίπεδο της θεωρίας, λέγαμε πως ο ρατσισμός είναι κακό πράγμα και πως εμάς ως καλό λαό αυτό το κακό πράγμα δεν μας χαρακτήριζε και ήταν μακριά μας. Τώρα έχεις την αίσθηση ότι δεν το ακούς πια να λέγεται, τώρα έχεις την αίσθηση πως επιτέλους απενοχοποιηθήκαμε από ένα ακόμα σύμπτωμα της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς. Τώρα δηλαδή δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να το φωνάξουμε, έστω και ως προπέτασμα καπνού, έστω και αν συχνά μετά το «ο Έλληνας δεν είναι ρατσιστής» ακολουθούσε ένα «αλλά». Τώρα πάμε απευθείας στο «αλλά», τώρα η πρότασή μας αρχίζει και τελειώνει από αυτό που θα ακολουθούσε το «αλλά». Η ατζέντα πια έχει εγκατασταθεί για τα καλά στο μετά το «αλλά». Αν η ελεεινή κουλτούρα της μεταπολίτευσης πρόσταζε ανάμεσα σε άλλα υποκριτικά και αυτοκοροϊδευτικά να λέμε και ότι ο Έλληνας δεν είναι ρατσιστής, δημιουργείται τώρα μια νέα απενοχοποιημένη κουλτούρα στην οποία δεν χρειάζεται να διευκρινίσεις ότι δεν είσαι ρατσιστής, όχι επειδή εξυπακούεται, αλλά επειδή δεν έχει πια σημασία τι είσαι και τι δεν είσαι, δεν θα απολογηθείς για το τι είσαι και τι δεν είσαι, ας ξεβρωμίσει πρώτα ο τόπος και μετά ξανασυζητάμε.
-----
Άντε, καλό ναζισμό συνέλληνες.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2012

Αταραξία


Με το βουδιστικό ιδανικό της αταραξίας να του φωτίζει σε λάθος ήπειρο το νου, πήγε να σβήσει το λαμπατέρ. Με ένα όμως -όχι ακριβώς ανεπαίσθητο- lapsus έσβησε το λαμπραντόρ. Αιφνιδιασμένο το πιστό του σκυλί κατάλαβε πως έπρεπε εφεξής να λειτουργεί σβηστό. Έκανε να γαβγίσει κάτι αλλά το μετάνιωσε. Εν τω μεταξύ το λαμπατέρ συνέχιζε να καίει. Όπως ακριβώς το μέτωπό του. Απέδωσε τον πυρετό του στο σαββατόβραδο και πήγε για ύπνο. Σε λίγες ώρες ξημέρωνε Κυριακή. Έτσι έλεγαν όλα τα στατιστικά στοιχεία, τα οποία και αυτή τη φορά δικαιώθηκαν. Το κοντράστ του πρώτων ακτίνων του ήλιου πάνω στο σβηστό σκυλί θα μπορούσε να εμπνεύσει έναν ζωγράφο με κλίση προς το σουρεαλισμό. Εκείνος όμως ζωγράφιζε μόνο νεκρές φύσεις. Είχε να το λέει πως μια εξ αυτών είχε προ ετων αναστηθεί, αλλά το γεγονός ήταν τόσο μεμονωμένο που θα μπορούσε κάλλιστα να ενταχθεί στην κατηγορία του στατιστικού λάθους. Μολαταύτα, η γεύση εκείνου του κατακόκκινου μήλου τού είχε μείνει στην μνήμη ως κάτι το ξεχωριστό. Το αχλάδι το είχε αφήσει, ίσως επειδή το είχε βρει βιβλικά αδιάφορο. Εν πάση περιπτώσει, αρκετά με τις αναμνήσεις, σηκώθηκε από το κρεβάτι, έπλυνε τα μούτρα και τα δόντια του, έβρεξε για να μην πετάνε τα λιγοστά μαλλιά του, κράτησε με δύναμη τα μηνίγγια του για να μην πετάξουν τα λιγοστά μυαλά του και πήγε να κάνει καφέ. Μετά έκανε και μια σειρά από άλλα χρώματα, με τα οποία συμπλήρωσε την αμιγώς ερασιτεχνική του παλέτα. Ήταν έτοιμος να ζωγραφίσει, αλλά συνειδητοποίησε πως είχε ξεχάσει να κατουρήσει και να βγάλει την πρωινή του βόλτα το πιστό του σκυλί προκειμένου κι αυτό να κατουρήσει. Δεν το έβρισκε όμως πουθενά. Τότε -και μόνο τότε- εκείνο γάβγισε. Ψάχνοντας στα τυφλά κατάφερε να του βάλει λουρί. Έβγαλε την πρωινή του βόλτα το σβηστό του σκυλί. Οι περαστικοί βλέποντας τον να κρατά ένα σκετό λουρί κουνούσαν με νόημα το κεφάλι τους. Εκείνος είχε μετά το πρωινό σφίξιμο των μηνιγγιών επιστρέψει στο ιδανικό της αταραξίας, οπότε δεν τον ένοιαζε. Όταν γύρισε σπίτι ήταν πλέον πανέτοιμος για τέχνη -για ερασιτεχνική έστω τέχνη- και πήγε να ανάψει το λαμπατέρ πάνω από το καμβά. Βλέποντας ότι ήταν ήδη ανοικτό, σκέφτηκε πως μάλλον τσάμπα έκαιγε όλη νύχτα. Αυτός ο δίχως νόημα πυρετός τον αποσυντόνισε. Είχε ταραχτεί. Η καρδιά του χτυπούσε σε ρυθμούς πανικού. Τότε, αντί για νεκρή φύση, δοκίμασε να ζωγραφίσει τη ζωντανή του καρδιά. Αυτή βγήκε από τον καμβά σαν παμπάλαιο φαγωμένο μήλο, σαν παμπάλαιο παραπεταμένο αχλάδι. Άρχισε να την καταβροχθίζει σε μια σπάνια πράξη αδηφάγου αυτοκανιβαλισμού. Αίματα έσταζαν από το στόμα του πέφτοντας στο παρκέ. Το σβηστό σκυλί έσπευσε να τα γλείψει. Το λαμπατέρ φώτιζε τον άδειο ξανά καμβά με ένα φως οιονεί νοσηρό. Ο καμβάς όμως δεν ένοιωθε άδειος. Είχε δώσει ζωή. Μια ζωή που -ατάραχα ξανά- καταβρόχθιζε ο κάτοχος της. Όταν έφαγε και την τελευταία μπουκιά ένιωσε γεμάτος. Η Κυριακή πέρασε και ήρθε η Δευτέρα. Έπρεπε να σηκωθεί, έπρεπε να πάει στη δουλειά του. Ήταν επαγγελματίας.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2012

Πώς καταλύεται η υποψία

Ο Φαραντί, ο Φαραντί δεν θα μας μπατάρει. Οι υποψίες πάλι, ίσως. Στο ελculture.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2012

Τα νόμιμα

Έβλεπα πριν λίγο τον Δένδια στον Παπαχελά κι επειδή πριν λίγες μέρες τον ανέφερα ονομαστικά σε ένα ποστ που είχε τίτλο «Ας διαλέξει ο καθένας πλευρά», αισθάνομαι την ανάγκη να απολογηθώ για το ότι αρνούμουν το προφανές: πως έχει διαλέξει μια χαρά πλευρά. Να πω πάντως πως δεν με σοκάρει η πλευρά που έχει διαλέξει, θα είναι ψέμματα. Να πω επίσης ότι τελικά με σοκάρει δια της επιλογής του περισσότερο από τον κάθε Παναγιώταρο (του οποίου η επιλογή είναι δεδομένη), δεν θα είναι ψέμματα. Έχω υπάρξει πολιτικά βαθύτατα αφελής, είτε πιστεύοντας πολιτειακούς μύθους που όταν ζορίζει το πράγμα αποδεικνύονται πολύ ευάλωτοι, είτε πιστεύοντας ότι ένας κύριος με γραβάτα και καλούς τρόπους, ένας κύριος που έχει εκλεγεί με ένα κόμμα του «συνταγματικού τόξου» δεν θα ανεχόταν να προϊσταται ενός θεσμού που βαρύνεται με κατηγορίες για βασανιστήρια, χωρίς να σκίσει τα ιμάτιά του (έστω για τα μάτια του κόσμου, έστω για τα προσχήματα) πως υπό την ηγεσία του δεν θα επιτρέψει ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο.
Οι βασανισμοί δεν είναι πια ταμπού - επιτέλους ένα ακόμη μεταπολιτευτικό ταμπού που σπάει. Το δημοσίευμα του Γκάρντιαν είναι άθλιο και υποβολιμιαίο από τον ΣΥΡΙΖΑ, αν οι κατηγορίες αποδειχθούν ψευδείς θα ενάγει τον Γκάρντιαν, και στην ερώτηση του Παπαχελά «Κι αν αποδειχθούν αληθείς;» η απάντηση είναι «Θα επιβληθούν τα νόμιμα». Τέτοια απερίφραστη καταδίκη, τέτοιο πολιτικό περιβάλλον δημιουργεί για τους επίδοξους αυριανούς ένστολους βασανιστές. Κι όσο για τη φωτογραφία με την κοπέλα που κρατάει για ασπίδα στον πετροπόλεμο ο ματατζής, περιμένει να του απαντήσουν οι υπηρεσίες, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν βρει κάτι μεμπτό, και πάντως ο ίδιος δεν είναι αρμόδιος να κρίνει μια φωτογραφία.
ΥΓ Εσχάτως βλέπω να αναδύεται μια αντίληψη για το ποιός δικαιούται δια να ομιλεί, ποιός δικαιούται να πουλάει επανάσταση και ευαισθησία και αντιφασισμό, ποιά είναι η διαδρομή του καθενός, ποιά γενικά η προσωπική του πορεία. Ας διευκρινίσω λοιπόν ότι προσωπικά πράγματι δεν δικαιούμαι δια να ομιλώ, ότι προσωπικά είμαι μη επαναστάτης, αναίσθητος και ίσως ίσως και υποτελής στο φασισμό, πως η διαδρομή μου και η πορεία μου δεν είναι γεμάτη κανενός είδους αγωνιστικά ένσημα.
Παραταύτα -δικαιούμαι δεν δικαιούμαι, κι ό,τι κι αν είμαι σαν άνθρωπος- εμένα ο δημοκράτης και νεοδημοκράτης βουλευτής και υπουργός Νίκος Δένδιας, κάτι γκρέμισε μέσα μου ολοσχερώς.  

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2012

Διορθώσεις

Μερικές καταστάσεις είναι τόσο win - win που απορείς γιατί δεν τις υϊοθετείς· όπως το να διαβάζεις στο μετρό: και ο χρόνος της διαδρομής περνάει χωρίς να το καταλάβεις, καθώς αντί να έχει γεμίσει με βαρεμάρα και κούραση, γεμίζει με κάτι που από απλά απασχολεί το μυαλό σου έως το συναρπάζει - και αν το εφαρμόσεις σε βάθος χρόνου, αντί να έχεις διαβάσει πέντε βιβλία στη ζωή σου θα έχεις διαβάσει οκτώ. Υπάρχουν άραγε και σε σημαντικότερα παίγνια της ζωής μας αθροίσματα αμοιβαίου οφέλους, στα οποία ωστόσο ποτέ δεν φτάνουμε, ακριβώς επειδή ο άνθρωπος είναι τόσο πολύπλοκο μηχάνημα, με την πολυπλοκότητά του να τον καθιστά ατελή, τυφλό απέναντι στο προφανές συμφέρον του, αυτοσαμποταριζόμενο; Mπορεί και να υπάρχουν αν συνυπολογιστεί πως σε κάθε είδους και μορφής ανθρώπινη σχέση, οι πολυπλοκότητες είναι τουλάχιστον δύο και η αλληλεπίδρασή τους μπορεί να γεννήσει μια νέα, αυτόνομη, δυσλειτουργική δυναμική.
Αντιγράφω από τις υπεργαμάτες «Διορθώσεις» που χύνουν μέσα στον εγκέφαλο μου εδώ και μερικές εβδομάδες (εσχάτως και μέσα σε συρμούς): "It occured to him that his wife was pregnant again. Months were
rushing him forward on their rigid track, carrying him closer to the day he'd be the father of three, the year he'd pay off his mortgage, the season of his death". «Σκέφτηκε οτι η γυναίκα του ήταν ξανά έγκυος. Οι μήνες τον έσπρωχναν με ορμή στις άκαμπτες ράγες τους, ολοένα και πιο κοντά στην μέρα που θα ήταν πατέρας τριών παιδιών, στη χρονιά που θα ξεπλήρωνε την υποθήκη του, στην εποχή του θανάτου του».
Ο συγκεκριμένος ήρωας του βιβλίου είναι στο τοπ της παραγωγικότητάς του και της ηλικίας του, η γυναίκα του περιμένει το τρίτο τους παιδί κι αυτός τα βλέπει όλα μαύρα, ακόμη και ότι σε λίγα χρόνια δεν θα έχει να πληρώνει υποθήκη. Δεν του φταίει κάτι συγκεκριμένο στη ζωή του, του φταίει η ίδια η ζωή. Δεν ζει με τρόπο διαφορετικό απ' αυτόν που θα ήθελε, δεν έκανε εσφαλμένες επιλογές, δεν παγιδεύτηκε σε λάθος επάγγελμα και λάθος γάμο, είναι (ως το σημείο που έχω διαβάσει τουλάχιστον) απλά καταθλιπτικός: ακόμα και αυτά που θα έπρεπε να του φωτίζουν με χαρά τη ζωή, τα βλέπει υπό γκρίζο έως μαύρο φως. Λίγες σελίδες πιο κάτω ο συγγραφέας παραθέτει Σοπενάουερ: «Αν θες μια αξιόπιστη πυξίδα να σε οδηγεί στη ζωή, το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να δεις τον κόσμο ως φυλακή, ως αποικία καταδίκων. Κι ανάμεσα στα κακά μιας αποικίας καταδίκων είναι η συντροφιά των άλλων φυλακισμένων».

Ενώ βρίσκω απολαυστικό το "Μodern Family", με χαλάει πολύ το ότι διαδραματίζεται τόσο ξεδιάντροπα σε έναν κόσμο απαλλαγμένο από οικονομικά ή κοινωνικά προβλήματα. Αλλά και από κάθε είδους αληθινά προβλήματα. Ωστόσο είναι ειδικά όταν νιώθω στενοχωρημένος που θέλω να επιστρέφω στον κόσμο του. Χρειαζόμαστε τα οδυνηρά υπέροχα (ή τα υπέροχα οδυνηρά) ταξίδια της λογοτεχνίας, όσο και τις φυγές σε κόσμους κωμικά ανέφελους. Χρειαζόμαστε την αλήθεια όσο και το παραμύθι. Εκτός κι αν η συνύπαρξή τους δεν είναι win - win, αλλά η εκλογίκευση της θεμελιώδους μας ατέλειας.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2012

Ας διαλέξει ο καθένας πλευρά


Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2012

Όλοι μαζί τους βασανίζουμε

Μετά τις εκλογές του Ιουνίου, στις οποίες όλα τα διλήμματα είχαν τεθεί με τρόπο λίγο πολύ σαφή, είπα μέσα μου ότι εν πάση περιπτώσει ο λαός αποφάσισε. Προχωρώντας το είπα πως, αφού το αποφάσισε, ό,τι και να γίνει από εδώ και πέρα δεν δικαιούται να διαμαρτύρεται ιδιαίτερα. Δέχτηκα επίσης πως το επιχείρημα περί επαναδιαπραγμάτευσης δεν ήταν το καταλυτικό για να ψηφίσουν όσοι ψήφισαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Πως την επαναδιαπραγμάτευση ούτε και οι ίδιοι οι ψηφοφόροι τους δεν την πολυπίστευαν.
Ωστόσο το κάθε πράγμα έχει ένα όριο. Για να μην τρελαθούμε και τελείως δηλαδή, οι ίδιοι έλεγαν μετά τις εκλογές ότι ο κόσμος ψήφισε ευρώ και Ευρώπη αφενός και επαναδιαπραγμάτευση αφετέρου. Ακόμα λοιπόν κι αν η επαναδιαπραγμάτευση ήταν ένα παραμύθι για κυνηγετικά κατορθώματα εν ώρα ευθυμίας, αυτό δεν σημαίνει πως ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ψηφίστηκαν και με την εντολή «Μην κάνετε απολύτως καμία διαπραγμάτευση, κάντε ό,τι μα ό,τι σας ζητήσουν». 
Η κυβέρνηση Σαμαρά πέρασε από το στάδιο της μη αναδιαπραγμάτευσης στο στάδιο της μη διαπραγμάτευσης. Πέρασε από το στάδιο όπου δεν προσπαθεί να αλλάξει τους όρους του μνημονίου, στο στάδιο που δεν διαπραγματεύεται καν τα προαπαιτούμενα της κάθε δόσης του υφιστάμενου μνημονίου. Όχι λοιπόν, αυτή την εντολή δεν την έχει, αυτή την εντολή δεν την πήρε ποτέ. 
Δεν θέλω να πω ότι κοροϊδεύτηκε κανένας φουκαράς εξαπατηθείς λαός. Ήθελε και κοροϊδεύτηκε. Αλλά ξανά: το κάθε πράγμα έχει ένα όριο. Είναι άλλο το δεν διαπραγματεύομαι σθεναρά - άλλο το είμαι υποχωρητικός - άλλο το κάνω ό,τι μου λένε - και άλλο το κάνω ό,τι μου λένε, επειδή όμως αυτοί έχουν διαφορετική ατζέντα, μου λένε να κάνω και άλλα και άλλα και άλλα, κι εγώ αγόγγυστα υπακούω.
Η περιβόητη αξιοπιστία για την οποία μίλησε ο Σαμαράς, η περιβόητη αξιοπιστία που αποκτά η χώρα, είναι η αξιοπιστία της αρκούδας που χορεύει όταν της βαράνε το ντέφι. Πλέον η φαρσοκωμωδία συνεχίζεται χωρίς προσχήματα. Θέλουν να περάσουν μήνες για να δουν πότε και αν τελικά τους βολεύει να δώσουν λεφτά; Θα το κάνουν. Μετά από μήνες εξαντλητικών υποτίθεται συζητήσεων για τη δόση (κι ενώ μαθαίνουμε ότι χρωστάνε και 6-7 δις από μια προηγούμενη, αλλά οκ δεν τρέχει μία), θυμήθηκαν τώρα -φορώντας το καπελάκι όχι της τρόικας, αλλά του γιούρογκρουπ- να απαιτήσουν την εφαρμογή 89 ρίτσαρντ πράιορ άξιονς μέσα σε λιγότερο από δέκα μέρες. Και η αρκούδα σηκώνει τα μανίκια και χορεύει νυχθημερόν για να προλάβει. Που μπορεί να μην χρειαστεί καν να προλάβει. Μπορεί να τα ξαναξεχάσουν κι αυτοί τα 89 μέτρα, όπως τα είχαν ξεχάσει τόσο καιρό. Κουβέντα να γίνεται κι ο χρόνος να κυλάει.
Αν πάντως όλα αυτά ισχύουν για ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, για τη ΔΗΜΑΡ η κατάσταση είναι πολύ πιο σαφής: έχει ήδη απωλέσει κάθε φύλλο συκής. Οι δικοί της ψηφοφόροι, ναι, δικαιούνται να λένε ότι εξαπατήθηκαν. Πολλοί βέβαια από αυτούς μπορεί να είναι βασιλικότεροι του βασιλέως. Φαίνεται δυστυχώς πως κατεξοχήν κι ο Φώτης Κουβέλης είναι βασιλικότερος του βασιλέως. Ίσως (κι αυτό στην ευνοϊκή εκδοχή όπου δεν είναι πολιτικά κατάπτυστος, αλλά παραμένει ιδεολόγος) είναι ιδεολόγος τύπου Άλεκ Γκίνες στην «Γέφυρα του Ποταμού Κβάι»: είναι εδώ για να χτίζει γέφυρες. Αυτό τον εμπνέει, αυτό τον δικαιώνει. Το για λογαριασμό τίνος τις χτίζει τις γέφυρες δεν θέλει να το σκέφτεται. Προτιμά να λέει στον εαυτό του ότι δεν τις χτίζει για τον εχθρό, ότι χτίζοντάς τες τον αποστομώνει τον εχθρό.
Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πάρει μια απόφαση, την οποία φοβάμαι πως έχει ήδη πάρει. Ναι, η αντιπολιτευτική τακτική του ώριμου φρούτου θα του ρίξει ίσως αργά ή γρήγορα το φρούτο της εξουσίας στα χέρια του. Ναι, στρατηγικά και για το δικό του όφελος αυτό πρέπει να κάνει: να περιμένει ήσυχος στη γωνία και να μην προκαλεί στις δεδομένες πολιτικές συνθήκες (όπου οι καταγγελίες για βασανισμούς στη ΓΑΔΑ πρέπει να δημοσιευθούν στον Guardian, αλλά ακόμα και όταν δημοσιεύονται η κοινωνία μας σφυρίζει αδιάφορα, αφού δεν την πολυαφορά το θέμα, ας βασανίζονται όσοι είναι να βασανιστούν, στα αρχίδια της της κοινωνίας μας - όπου οι λίστες με τις τεράστιες εκπτώσεις στο χαράτσι της ΔΕΗ υπέρ των μεγάλων έρχονται στο φως από σπόντα, αλλά και όταν έρχονται δεν μας εξοργίζουν και ιδιαίτερα, πού να βρούμε χρόνο για οργή όταν ήρθε η ΔΕΗ με την πρώτη δόση του νέου χαρατσιού και πρέπει να πληρωθεί - όπου ένας ματατζής κρατάει μια κοπέλα ως ασπίδα στον πετροπόλεμο, αλλά δεν χάλασε ο κόσμος, στα αρχίδια μας κι η κοπέλα, κι ας καθόταν σπίτι της στην τελική - όπου η ΦΑΓΕ μπορεί να πάει στο Λουξεμβούργο κι ο Βωβός στο 99, αλλά η ΦΑΓΕ κι ο Βωβός ήταν είναι και θα είναι οι μόνοι που μπορεί να μας δώσουν ίσως καμιά δουλειά και να πληρώσουν ίσως κανένα φόρο, ήταν, είναι και θα είναι εκείνοι που έχουν τη μόνη διέξοδο από την κρίση).  
Ναι, αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να κυβερνήσει, πρέπει να συνεχίσει να μετατρέπεται σε μια νέα Αριστερά της ευθύνης, προς το λίγο λαϊκιστικότερο. Αν θέλει πάντως να κάνει κάτι άλλο από το απλά να κυβερνήσει κάποτε, ας καταλάβει πως το να είναι αξιωματική αντιπολίτευση σε μια χώρα που γίνονται βασανιστήρια, και να ξεμπερδεύει με επερωτησούλες και ανακοινωσούλες, είναι και δική του ιστορική ντροπή. 

Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2012

Aγάπη. Αρκεί;

Στην πρώτη σκηνή της βραβευμένης με τον Χρυσό Φοίνικα «Αγάπης», πυροσβέστες παραβιάζουν την πόρτα ενός σπιτιού. Πιάνουν τις μύτες τους. Σε ένα σφραγισμένο δωμάτιο θα βρουν ένα πτώμα. Είναι μιας γριας γυναίκας. Τη βρίσκουν στο κρεβάτι της, με στολισμένα λουλούδια τριγύρω της. Θα παρακολουθήσουμε την υπόλοιπη ταινία σε φλας μπακ. Όπως ακριβώς δεν υπάρχει σασπένς και στη ζωή, όπως το τέλος της ιστορίας όλων μας είναι δεδομένο, έτσι και το τέλος της κινηματογραφικής ιστορίας της Αν. Η Αν (η 85χρονη Εμανουέλ Ριβά δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία) ζει μια ζωή μαζί με τον άντρα της τον Ζορζ (ο 82χρονος Ζαν Λουί Τρεντινιάν είναι μια ολότελα συγκλονιστική παρουσία). Τους πρωτοβλέπουμε μαζί σε ένα κοντσέρτο πιάνου. Μετά να γυρνούν με τη συγκοινωνία, καθισμένοι δίπλα δίπλα και συζητώντας. Μετά να μπαίνουν στο σπίτι τους. Και σε όλη την υπόλοιπη διάρκεια της ταινίας δεν θα δούμε τίποτα που να διαδραματίζεται έξω από τα όρια του παλιού μεγάλου παριζιάνικου διαμερίσματός τους. Η μοναδική σκηνή που η κάμερα θα βγει έξω από την πόρτα (κι αυτό μόνο για να φτάσει ως τον διάδρομο) είναι σε όνειρο. Το διαμέρισμα -και όχι η Ιζαμπέλ Ιπέρ που παίζει την κόρη τους- είναι ο τρίτος βασικός συμπρωταγωνιστής. Ο περιορισμός του τόπου ως μια μεταφορά του περιορισμού του χρόνου της κάθε ανθρώπινης ζωής; Το σπίτι ως σύμβολο της απομόνωσης της τρίτης ηλικίας;
Ο Χάνεκε θα φέρει την κάμερα σταδιακά κοντά στα πρόσωπα των ηρώων του. Ξεκινά με μακρινά πλάνα (στο κοντσέρτο), συνεχίζει με μεσαία (στο τραμ και όταν μπαίνουν στο σπίτι) και καταλήγει στα πολύ κοντινά. Όταν φτάσει στα κοντινά, δεν είναι μόνο ο Τρεντινιάν και η Ριβά που υποδύονται τους ρόλους τους, είναι και τα αποτυπώματα του χρόνου στο πρόσωπό τους που δεν υποδύονται κανένα ρόλο. Η φωτογραφία του Ντάριους Κόντζι πετυχαίνει μια σπάνια χρωματική σύνθεση στις σκηνές της νύχτας: ο Τρεντινιάν βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ σκοταδιού και φωτός, στο όριο ανάμεσα στο φως που λιγοστεύει και το σκοτάδι που πλησιάζει. Κι όμως είναι διαυγής και γενναίος. Όσο για την πεντακάθαρη φωτογραφία την ημέρα, είναι συστατικό στοιχείο του τρόπου που προσεγγίζει ο Χάνεκε την ταινία του και τα όσα συμβαίνουν στους ήρωες του: ενός τρόπου μακριά από το μελόδραμα, μακριά από οτιδήποτε γλυκερό, μακριά από κάθε συναισθηματικό εκβιασμό. Όλα παρουσιάζονται με βλέμμα σχεδόν κλινικό· όπως περίπου πάντα στον Χάνεκε, θα πει κανείς. Με τη διαφορά, πως, σε αντίθεση με την υπόλοιπη φιλμογραφία του, στην «Αγάπη» η αγάπη είναι πανταχού παρούσα.
Το πρωινό μετά το κοντσέρτο η Αν ξαφνικά θα σταματήσει για λίγο να επικοινωνεί με το περιβάλλον. Πρώτο εγκεφαλικό. Τους βλέπουμε να επιστρέφουν από το νοσοκομείο. Είναι πια σε καροτσάκι, έχει παραλύσει από την δεξιά της πλευρά. Ό,τι συμβεί στη συνέχεια είναι πολύ φτωχό σε «επεισόδια». Το σενάριο του Χάνεκε πολύ δύσκολα θα έβρισκε χρηματοδότηση για να γίνει ταινία στην Αμερική. Θα σκανδαλίζονταν από το πόσο λιτό είναι, πόσο στερείται ανατροπών, πόσο λίγες δραματικές κορυφώσεις έχει. Ακόμα και εσύ ως θεατής, όσο η ταινία κυλάει, αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν αυτό είναι όλο κι όλο που συμβαίνει, αν είναι υπερβολικός ο τόσος ντόρος. Θα πάψεις όμως να αναρωτιέσαι. Όχι επειδή τελικά θα συμβούν ένα - δύο αξιομνημόνευτα επεισόδια· δεν είναι αυτό το θέμα. Αλλά επειδή η ταινία αργά αλλά σταθερά σε βάζει στο κλίμα της, στην βαθιά υπαρξιακή της αλήθεια.
Όταν η Αν χειροτερεύσει πολύ, θα αρχίσει να λέει μόνο “mal, mal, mal”. H μετάφραση στην οθόνη λέει «πονάει, πονάει, πονάει». “Μal” όμως σημαίνει και κακό. Μια νοσοκόμα που έχει προσλάβει ο Ζορζ, του λέει να μη δίνει σημασία σε αυτό που λέει, ότι τις περισσότερες φορές άνθρωποι στην κατάσταση της γυναίκας του επαναλαμβάνουν μια λέξη που δεν σημαίνει οπωσδήποτε κάτι. Θα μπορούσε να λέει μαμά αντί για mal. Το ξέρω, της απαντάει ο Ζορζ.
Το ξέρει, ναι, και το συνηθίζει. Πόσο όμως συνηθίζεται αυτό; Εκείνος ξυρίζεται κι εκείνη αρχίζει να λέει mal συνέχεια. Tρέχει να τη δει. Τι έχεις, γλυκιά μου; Όχι πως περιμένει απάντηση δηλαδή. Οπότε αρχίζει να της λέει τα δικά του. Της διηγείται μια ιστορία από την παιδική του ηλικία, όταν είχε πάει σε μια κατασκήνωση. Της λέει για ένα ρυζόγαλο που δεν μπορούσε να φάει, αλλά που οι υπεύθυνοι του έλεγαν να το φάει, είτε του αρέσει είτε όχι. Της λέει για ένα μυστικό κώδικα που είχε συμφωνήσει με την μαμά του, προκειμένου να ξέρει αν είναι ή δεν είναι ευτυχισμένος εκεί: αν ποτέ ζωγράφιζε αστέρια στην κάρτα που της έστελνε με τις εντυπώσεις του, θα σήμαινε ότι ήθελε να φύγει. Της τα λέει όλα αυτά, κι ενόσω της τα λέει, τα mal αρχίζουν να λέγονται με μικρότερη συχνότητα. Τελικά η μαμά του μόλις είδε την κάρτα με τα αστέρια πήγε και τον πήρε. Η ιστορία του τελειώνει, μαζί και τα mal. Την έχει πάρει ο ύπνος. Η αγάπη νίκησε το κακό ή μήπως η εξάντλησή της γυναίκας του; Κοιμήθηκε αποκαμωμένη ή παρηγορημένη από την φωνή του; Κι αν η αγάπη του ήταν που σταμάτησε το κακό, για πόσο το σταμάτησε; Ποιά η δύναμη της αγάπης, ποιά τα όριά της, μέχρι που μπορεί να φτάσει ακόμα κι όταν βρίσκεται στην πιο ιδανική μορφή της, στην ιδανική αυτή μορφή αγάπης που έφτιαξε ο Χάνεκε; Μέχρι που μπορεί να φτάσει, τι μπορεί να απαλύνει ακόμη και η ιδανική μορφή αγάπης όταν συγκρούεται με το κακό της αρρώστιας και του πόνου;
Στο κρεβάτι εκείνο, το mal που λέει και ξαναλέει η Αν δεν είναι απλά ένα δικό της mal, είναι μια κραυγή για το γενικότερο κακό, για το κακό της φθοράς, για το κακό της έκπτωσης, για το κακό της παρακμής. Φωνάζει για το κακό που βρίσκει τους ανθρώπους, ενώ πάνω από το κρεβάτι ο άνθρωπός της, ο άνθρωπος που αγαπά αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο, παλεύει να διώξει το δικό της κακό. Η αγάπη, ένα ανθρώπινο συναίσθημα που μπορεί να είναι και εγωιστικό· που μπορεί να μην χωράει άλλους εκτός από τους δύο που αγαπιούνται. Ο Ζορζ αδιαφορεί ακόμα και για το πώς αισθάνεται η κόρη του. «Έχετε τη ζωή σας, αφήστε μας στη δική μας», της λέει.
Μπροστά στο κακό των φυσικών ορίων, μπροστά στο κακό της απώλειας του εαυτού, μπροστά στο κακό του πόνου, η αγάπη στέκεται τελικά ανήμπορη; Ακόμα κι αν δεν μπορεί να υπερβεί αυτά τα όρια, ακόμη κι αν δεν μπορεί να τα ανατρέψει, δεν παύει να είναι ο πιο πειστικός τους αντίπαλος, ίσως ο μόνος ικανός να τα κοιτάξει στα μάτια, ο μόνος ικανός να πει, ναι, το παιχνίδι τελικά το έχουμε χαμένο, ναι, όλο αυτό πονάει, όλο αυτό είναι κακό, αλλά αν έχουμε αξιωθεί να αγαπηθούμε, αν έχουμε αξιωθεί να αγαπηθούμε όπως η Αν από τον Ζορζ, τότε όσο ανήμπορη κι αν είναι, μπορεί να περιορίσει τον αριθμό των mal, μπορεί να περιορίσει την έκταση του κακού.
Αρκεί η αγάπη; Μπορεί να αρκεί για να σε πάρει από μια κατασκήνωση που υποφέρεις. Μπορεί να αρκεί να σε πάρει κι από οπουδήποτε αλλού είσαι και υποφέρεις. Μπορεί να σου διώξει τον πόνο. Αλλά δεν μπορεί να διώξει το κακό. Εκτός κι αν το κακό είναι η ίδια η ζωή.
(Kείμενο γραμμένο για το ελculture)

Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2012

Πεθαίνοντας στην Τζακάρτα

Έλα σου λέω να φύγουμε, έλα να πάμε κάπου αλλού, έλα να πάμε στην Τζακάρτα, έλα να τελειώσουμε εκεί, όλα κάποτε και κάπου θα τελειώσουν, γιατί όχι λοιπόν και στην Τζακάρτα, γιατί να μην είναι η Τζακάρτα ο ιδανικός προορισμός μας, είτε για μπίζνες νόμιμες είτε για τουρισμό είτε για ξέπλυμα είτε για σεξοτουρισμό, τι σημασία έχει άραγε, τίποτα δεν έχει πια τόσο σημασία, σημασία είχε η ισχυρή Ελλάδα, η Ελλάδα των χρόνων της ανάπτυξης, τι σημασία να έχει λοιπόν πώς ακριβώς τελειώνει κανείς σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, το γαϊτανάκι των αυτοκτονιών δεν ξεκίνησε άλλωστε από τον Χριστούλα, από τον Τσαλικίδη ξεκίνησε, παίζει πολλή κατάθλιψη εκεί έξω, πάρα πολλή κατάθλιψη, πόσο ισχυρός πρέπει να είσαι για να μείνεις στη ζωή, πόσο ισχυρός για να αντέξεις το γκρίζο της Αθήνας, για να αντέξεις μια πόλη γεμάτη Φωτόπουλους, να 'τη κι η λίστα του Φωτόπουλου, άλλη μια λίστα με την βαριά πατημασιά του Βαγγέλη Βενιζέλου πάνω της, βγαίνουν στις ειδήσεις του Σκάι απόψε και λένε ναι, πράγματι, φυσικά και πολλές μεγάλες επιχειρήσεις δεν πλήρωσαν ολόκληρο το χαράτσι (αλλά με μια ψιλοεκπτωσούλα 30 έως 60 %) γιατί θα τις τσάκιζε, οι μεγάλες επιχειρήσεις «που παράγουν, που είναι στην αγορά, που πωλούν τα προϊόντα τους, που παρέχουν υπηρεσίες» (σε αντιδιαστολή προφανώς με τους ανέργους, τους συνταξιούχους, τους δημοσίους υπαλλήλους και το κάθε ανθρώπινο σκουπίδι που τίποτα από τα παραπάνω δεν κάνει), γιατί εκπλήσσεσαι, πού είναι το περίεργο, πουθενά δεν είναι το περίεργο, δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σε αυτή τη χώρα, δεν πληρώνω - δεν πληρώνω, αλλά άλλο να μην πληρώνεις ως άτομο και άλλο ως μεγάλη επιχείρηση, τι άλλο προσπαθεί να κάνει το έρημο το μνημόνιο πάρα να αλλάξει οριστικά το υπόδειγμα και το πρότυπο που είχαμε στο μεταπολιτευτιστάν, η μεγάλη επιχείρηση είναι το μόνο που έμεινε όρθιο στην τελευταία σοβιετία της Ευρώπης, είναι αυτό που πολέμησαν και πολεμούν με λύσσα οι κρατικοδίαιτοι, είναι το μόνο που μπορεί να μας βγάλει από το τέλμα επενδύοντας (έστω σε ειδικές οικονομικές ζώνες), όλα τα υπόλοιπα είναι φενάκες και χρεοκοπίες, γι΄αυτό αν υπάρχει μισή ελπίδα να σωθούμε είναι να επενδύσουμε κατ' εξοχήν στο δόγμα της μηδενικής ανοχής, βάσει του οποίου προφανώς μπαγλάρωσαν όχι μόνον το Φωτόπουλο που έκανε κατάληψη στα μηχανογραφικά, αλλά και εργαζόμενους στο Δρομοκαϊτειο που έκαναν μια συμβολική διαμαρτυρία βάζοντας τουβλάκια μπροστά στην είσοδο, απαγγέλλοντάς τους κατηγορία «παράνομων οικοδομικών εργασιών», με μπόνους έναν κρανοφόρο μπάτσο να κλωτσάει μπροστά στην οθόνη τα τουβλάκια, όπως οι χρυσαυγίτες τους πάγκους στη Ραφήνα, άλλωστε το πιθανότερο είναι όταν βγάζει τη μια στολή να φοράει την άλλη, άλλωστε για αυτό δεν κάνει συγκέντρωση αύριο η Χρυσή Αυγή, θα είναι απασχολημένα τα περισσότερα μέλη της με το να ψεκάζουν τον κόσμο χημικά και να τον χτυπάνε με ανάποδα γκλομπ, εκείνο όμως που βρήκε το Protagon να ειρωνευθεί δεν ήταν η κατηγορία περί παράνομων οικοδομικών εργασιών, αλλά το εξής «Δηλαδή καταγγέλλεις το ΔΝΤ, την Ε.Ε και τον καπιταλισμό, χτίζοντας ντουβάρι στο Δρομοκαϊτειο;», μπράβο, μπράβο, μπράβο, ο καθένας με αυτούς που ετάχθη, και ξέρω ότι αυτό μπορείς να μου το πεις τώρα και σε μένα για τον Φωτόπουλο, και ξέρω ότι θα μου το πεις αύριο αν τυχόν και γίνει πάλι καμιά πράξη βίας (πλην της κρατικής εννοείται, που ως μονοπωλιακή είναι ακαταδίκαστη, αφού ό,τι προέρχεται από μονοπώλια δεν το καταδικάζουμε, αφού το μονοπώλιο είναι Δύναμη, είναι Ισχύς, είναι τελικά λεφτά στην τσέπη μας κι ασφάλεια στα μυαλά μας), αν τυχόν και γίνει πάλι καμιά πράξη βίας είναι ήδη μισογραμμένα τα εντιτόριαλ, ότι νά, δεν αντέξαμε, χύσαμε την καρδάρα με το γάλα την τελευταία στιγμή, τώρα πάνω που πηγαίναν να μας σώσουν εμείς δείξαμε πως δεν την θέλουμε την Ευρώπη, πως δεν την αγαπάμε αυτήν την ήπειρο, αυτήν την κουλτούρα, πως εμείς μόνο να καταστρέφουμε και να σπάμε ξέρουμε, πως εμείς δεν αγαπάμε την πόλη μας, πως εμείς δεν ξέρουμε σαν τους άλλους λαούς να συγκεντρωνόμαστε ησύχως, πρέπει να σπάμε μάρμαρα, πρέπει να καταστρέφουμε την πόλη του δημάρχου Καμίνη, πρέπει να χαλάμε την υπεύθυνη μανέστρα του συντρόφου Κουβέλη, πρέπει να αντιδράμε ανορθολογικά, αδιαφώτιστα, απόλυτα, υποκινούμενοι από τα μεγάλα λόμπι της δραχμής, την ώρα που ακαταπόνητοι Στουρνάρες δεν θα σταματήσουν να δίνουν και να δίνουν και να δίνουν, μέχρι κάποια στιγμή -πριν ή μετά τις Αμερικάνικες εκλογές, θα δούνε- να λυγίσουν κι οι δανειστές και να πουν εντάξει, πάσο, ο χρόνος μας τελείωσε, η παράσταση μπορεί να ολοκληρωθεί, ο Φώτης μας κούρασε όσο κανείς αλλά τελικά συμβιβάστηκε εντίμως, ο Βαγγέλης Βενιζέλος είναι πενήντα λίστες χωμένος στο χώμα, ο Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς χειρίζεται το θέμα προσωπικά και δεν θα αφήσει τη χώρα να γίνει ξέφραγο αμπέλι, δεν θα αφήσει τους θεσμούς να ευτελίζονται, έχει στο κοινοβούλιο Πρόεδρο με πριαπισμό και το γλυκότερο τσουτσούνι των δέκα θαλασσών και των τριάντα ηπείρων, αν του τσολιά είναι απλά βαριά, του Πρόεδρου της Ελληνικής Βουλής είναι η βαρύτερη, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Βουλής είναι ο πρόεδρος των Ελλήνων ψωλαράδων, ενώ αναφορικά με το δικαίωμα των ελεύθερων συναθροίσεων είναι κι αυτό πολύ καλά στην υγεία του, όλα βαίνουν κατ' ευχήν, κλείστε την πόλη, κλείστε το μετρό, κλείστε μας στα σπίτια μας, κλείστε μας τα στόματα, ή μάλλον αφήστε τα ανοιχτά, δεν λέμε τίποτα που να μην ξεφεύγει προς την ασυναρτησία, δεν λέμε τίποτα που να μπορεί να αρθρωθεί σε δέκα κατανοητά από τους πολλούς επιχειρήματα, δεν λέμε τίποτα που υπό μια πολύ πιο εύληπτη αφήγηση να μην μπορεί να γίνει η κεντρική ιδέα του «ε ρε Χρυσή Αυγή που σας χρειάζεται».
Μόνο που την Χρυσή Αυγή την έχουμε ήδη. Και σήμερα θα ψεκάζει, θα βαράει, θα κάνει προσαγωγές, συλλήψεις και θα συνεχίσει να βαράει και στη ΓΑΔΑ.

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2012

Old Ollebo, M.P.

 
Aπόγευμα Παρασκευής, με τον ήλιο ακόμη ψηλά, στο φανάρι Πανεπιστημίου και Πατησίων:
«Συγκνώμη, η Ομόνοια εδώ είναι;».
«Ναι».
Αμήχανη - αγωνιώδης παύση δύο δευτερολέπτων: «Και οι πουτάνες που είναι τότε;». 
Σαστισμένη - έκπληκτη παύση ενός δευτερολέπτου: «Προς τα εκεί».                                           
Αυτή η πόλη σου επιφυλάσσει διαρκώς απροσδόκητους ρόλους: Παρασκευή απόγευμα υποδύομαι τον Ξένιο Καϊτέλ.                                                   
 
Μεσημεράκι Σαββάτου σε παράσταση κουκλοθέατρου. Μητέρα φωνάζει το παιδί της: «Μιχάηλ Άγγελε! Μιχαήλ Άγγελε!». Σκέφτομαι με δέος και συγκίνηση τη στιγμή που συνειδητοποίησαν με δέος και συγκίνηση, ότι τον πατέρα του τον λένε Μιχάλη και τον δικό της Άγγελο, ή το αντίστροφο. Το δέος και η συγκίνηση να μην λένε τους παππούδες του έτσι, είναι ένα δέος και μια συγκίνηση που ξεπερνούν ακόμα και μένα.
 
Η παράσταση ήταν σε βιβλιοπωλείο. Ξεφυλλίζοντας εκεί τον «Οδυσσέα», ξαναπάω αμέσως στο αγαπημένο μου κεφάλαιο (που σημαίνει το μόνο που κατάφερα ποτέ να διαβάσω). Αντιγράφω:
«Ποιούς αναγραμματισμούς είχε κάμει στ΄όνομά του κατά τη νεότητά του:
Λεοπόλντ Μπλουμ
Ελλπόντμπομουλ
Μολλντόπελλυμπ
Μπολλόπεντουμ 
Όλντ Ολέμπο Μ.Π.». 

Kλείνουμε το αποψινό μας πρόγραμμα με λίγο Μπιθικώτση. Είναι μια σκηνή στον «Δεκαπενταύγουστο» του Γιάνναρη, που η οικογένεια ταξιδεύοντας με το αυτοκίνητο τραγουδάει «το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου». Και ο ήλιος είναι σαν να βγαίνει απ' την οθόνη, καίγοντας και το μέτωπο των θεατών για λίγο, καθώς φορτώνει τη σκηνή στην μνήμη τους.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2012

Fearful symmetry

(Ποστ γραμμένο από κοινού με τον Sraosha)

Ο Αλαίν ντε Μποτόν, σύγχρονος αποφθεγματιστής και ποπ φιλόσοφος, γράφει σε ένα πρόσφατο τουίτ του ότι ο μικρόκοσμος της σχολικής αυλής μάς προετοιμάζει όχι για την πραγματική ζωή παρά για τη σοσιαλμηντιακή.

Ωστόσο, ο μικρόκοσμος των ελληνικών σοσιαλμήντια είναι συστηματικός και μάλλον πειθαρχημένος, οργανωμένος σε διακριτές διαδικτυακές κοινότητες: οι αναρχικοί, οι αριστεροί, οι νεοφιλελεύθεροι, κάποιοι μπλαζέ βούδες της ΔΗΜΑΡ, οι φασίστες, κάποιοι αναρχοεθνικιστές, οι δύο ή τρεις κομμουνιστές, τα λοιπά. Τα μέλη κάθε ομάδας κηρύσσουνε στο κοινό της· ανταλλάσσουν μεταξύ τους γνώμες ευθυγραμμισμένες κι αλφαδιασμένες με τις κοινές της αρχές και αντιλήψεις, αστειάκια και ειδήσεις· κυκλοφορούν κωμικό υλικό κι εκφράζουν στοχευμένη αγανάκτηση. Οι αναρχικοί και οι αριστεροί αποκαλύπτουν τις απροκάλυπτες πια θηριωδίες της αστυνομίας και τη φρενήρη κούρσα όλων μας μαζί προς την άβυσσο της καπιταλιστικής απληστίας. Οι φασίστες καταγγέλλουν κάποια νέα τουρκική απειλή, την αδιαφορία των Ελλήνων, τα άγρια ήθη μουσουλμάνων ή την κυνοφαγία πακιστανών -- και ούτω καθεξής.

Η εικόνα όμως αλλάζει θεαματικά όταν βρεθεί κάποιος στον πραγματικό κόσμο, τον κόσμο της ελληνικής κοινωνίας. Τον κόσμο που διαμορφώνουνε τα Μέσα. Εκεί δεν υπάρχουν ασυμμετρίες και ασυνέπειες, δεν υπάρχει κανένα ασυνεπές εμπειρικό δεδομένο να αμφισβητήσει τις Μεγάλες Θεωρίες τους

Έτσι, ο Δεκέμβρης του '08 δεν ήταν τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο ένα κρεσέντο βίας και μανίας πυρπολήσεων· η διαδήλωση του πρώτου μνημονίου τίποτα μα τίποτα άλλο παρά οι φόνοι της Μαρφίν· η διαδήλωση του δεύτερου μνημονίου τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο το κάψιμο του Αττικόν· οι αγανακτισμένοι τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο το εκκολαπτήριο της Χρυσής Αυγής. Εσχάτως μάθαμε ότι η διακοπή της παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου δεν ήτανε τίποτα μα τίποτα άλλο παρά μόνο μαγιά για πραξικόπημα.

Η Μεγάλη Θεωρία των Μέσων δεν έχει κενά, ασυμμετρίες, ασάφειες ή ασυνέπειες: ό,τι συμβαίνει εντάσσεται σε αυτές ομοιόμορφα και συμμετρικά. Συζητώντας λ.χ. τα ΜΜΕ για πραξικόπημα, αν δεν το είπαν ακόμα ακριβώς έτσι, σίγουρα θα πουν ότι το να βγαίνει ο στρατός στους δρόμους και το να μπαίνουν συνδικαλιστές στο Πεντάγωνο είναι τελικώς οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Συμμετρία: η σύγκλιση του άκρου της στρατιωτικής δικτατορίας με το άκρο της συνδικαλιστικής ασυδοσίας· βλάπτουν την δημοκρατία και τα δύο εξίσου. Μέχρι πρότινος θα μπορούσες να γράψεις κάτι τέτοιο και θα γινόταν αμέσως αντιληπτό ότι το γράφεις σαρκάζοντας, ότι προσπαθείς με την ειρωνεία να αποδομήσεις την κεντρική υπόθεση εργασίας της Μεγάλης Θεωρίας των καθεστωτικών ΜΜΕ. Τώρα πια η ειρωνεία ως εργαλείο τείνει να ακυρωθεί και να χάσει κάθε χρησιμότητα, αφού αδυνατείς να σκεφτείς οτιδήποτε κραυγαλέο που να μην σπεύδουν να το πουν τα Μέσα κυριολεκτώντας, να το εντάξουν στη Θεωρία τους.

Όπως λέει ένας φίλος, το θεώρημα των δύο άκρων τελικά διατυπώθηκε προκειμένου να οδηγηθούμε με συνέπεια σε ένα άλλο, του οποίου τα "δύο άκρα" αποτελούν υποπερίπτωση: στο θεώρημα του ενός και μόνο άκρου, δηλαδή του αριστερού. Όταν η ελληνική αστυνομία -- ή επίλεκτα τμήματά της, εν πάση περιπτώσει -- παίρνει ξεκάθαρη θέση με ποιο άκρο είναι και ποιο «άκρο» αντιμετωπίζει ως τον κατεξοχήν εχθρό του, τότε τα πράγματα απλοποιούνται: η πλευρά της κρατικής βίας είναι εξ ορισμού η πλευρά των θεσμών, της δημοκρατίας, της νομιμότητας. Άρα τελικά το φασιστικό άκρο είναι το άκρο της νέας νομιμότητας ή έστω η αιχμή του δόρατος της νομιμότητος.

Ταμπουρωμένοι μέσα στον μικρόκοσμο των σοσιαλμήντια, μπορούμε να ισχυριστούμε το προφανές: ότι με τέτοια αστυνομία και τέτοια ΜΜΕ η δημοκρατία πάσχει και όζει. Και μπορούμε αναδρομικά να πούμε πως ό,τι κι αν ήταν τελικά ο Δεκέμβρης του 08, αυτήν τουλάχιστον την σαπίλα την ανέδειξε. Αλλά όχι, λίγο να βγεις από το κουκούλι του ίντερνετ, η αφήγηση αλλάζει άρδην: τον Δεκέμβρη απλά κάηκε η πόλη, απειλήθηκαν «οι αρχές της κοινής μας ζωής» και βασικοί κανόνες της δημοκρατίας. Τα χρόνια που ακολούθησαν το '08, οι ίδιοι διανοούμενοι που ανησυχούσαν για τη λειτουργία της δημοκρατίας στάθηκαν με φυσικότητα κι άνεση στο πλευρό του πολύπλευρου τσαλακώματός της, ενός τσαλακώματος που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Η συμμετρία της Μεγάλης Θεωρίας είναι συντριπτική και οπωσδήποτε μάλλον όχι λογική, αλλά η λογική έχει εγκαταλειφθεί προ πολλού στον πραγματικό κόσμο όπου δογματίζουν τα κανάλια (οι νέοι άμβωνες) κηρύσσοντας πειθαρχία, χρηστομάθεια, νομιμότητα και ατελέσφορη καρτερία. Ενώ οι αριστεροί ανταλλάσσουν στα σοσιαλμήντια εξυπνάδες και βαθειές αναλύσεις, τα μέλη της κυβέρνησης και των κομμάτων που τη στηρίζουν, ακόμα και κρατικοί λειτουργοί, κάνουν δηλώσεις που -- αν κάποιος τις πρόσεχε -- θα χλεύαζε ακατάσχετα τους είτε θρασείς, είτε αμετροεπείς, είτε απλώς κυνικούς που τις ξεστόμισαν. Οι φασίστες βεβαίως δε χρειάζεται να μιλάν, αφού κάνουν αυτό που κάνουν μια χαρά οι φασίστες: δέρνουνε και σκοτώνουν παίζοντας μπιζ και τις κουμπάρες.

Όταν ο πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ Γιάννης Διώτης δηλώνει πως: «δεν υπάρχει λίστα, η οποία να μπορεί να καταστεί νομίμως αντικείμενο επεξεργασίας μιας υπηρεσίας, η οποία λειτουργεί εντός των νόμων και του Συντάγματος», έρχεται στον νου ο τρόπος που ο εισαγγελέας Γιάννης Διώτης μια δεκαετία πίσω κατέστησε αντικείμενο νόμιμης (;) επεξεργασίας έναν πολυτραυματία. Εκεί οι υπηρεσίες και προσωπικά ο ίδιος λειτουργούσε εντός του νόμου και του Συντάγματος, εκεί μεταχειρίστηκε τον Σάββα Ξηρό με απόλυτο σεβασμό στα δικαιώματα του ως κατηγορουμένου. Και το θέμα δεν είναι ντε και καλά ότι κακώς πήρε τις αποφάσεις που πήρε, το θέμα είναι τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά με τα οποία αντιμετωπίζονται οι νομικές γκρίζες ζώνες: μπορεί όντως το θέμα της 17Ν να ήταν τόσο εξαιρετικής σημασίας ώστε το να παίζεις με τα όρια του Συντάγματος και των νόμων να μπορεί να γίνει κατανοητό. Νά όμως που, σε μια χώρα που καταρρέει οικονομικά και βρίσκεται σε μέγιστη κοινωνική κρίση, το θέμα της αξιοποίησης μιας λίστας πληροφοριών με πιθανούς μεγαλοφοροφυγάδες αξιολογείται ως όχι εξίσου σημαντικό. Ο πήχυς της νομικής ευαισθησίας σηκώνεται, ο πήχυς της σημασίας του ευρύτερου θέματος χαμηλώνει αναλογικώς. Η λίστα παραδίδεται και ο Διώτης αναμένει εντολές που -όπως λέει- δεν θα του δοθούν ποτέ από τον Βενιζέλο. Να δει κανείς την ιστορία ως μια μεταφορά για το γενικότερο ταξικό και πολιτικό πρόσημο της Δικαιοσύνης; Να δει τελικά κανείς πόσο, σε νομοθετικό και δικαστικό επίπεδο, ο τρομοκράτης είναι ο απόλυτος εχθρός, πώς ο κουκουλοφόρος τείνει να έχει πια μεταχείριση τρομοκράτη και πώς ο απλός διαδηλωτής τείνει πια να έχει μεταχείριση κουκουλοφόρου -- την ώρα που σε νομοθετικό τουλάχιστον επίπεδο, όσο περισσότερα λεφτά έχεις τόσο πιο νόμιμο καθίσταται το να μην πλήρωνεις φόρους; Ο εφοπλιστής Ρέστης καγχάζει "ελάτε να με βρείτε να με φορολογήσετε". Αυτή του η απειλή είναι η κεντρική ιδέα ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος που ευλογούμε και προσκυνούμε.

Η επίπλαστη συμμετρία και η ψευδεπίγραφη ορθολογικότητα της Μεγάλης Θεωρίας συγκαλύπτει ένα ανθολόγιο καζουισμού, ένα ποτπουρί αυθαίρετων προκειμένων και ανακόλουθων συμπερασμάτων, ένα βοτανολόγιο ad hoc αξιωμάτων. Ό,τι με ασφάλεια αναγνωρίζουμε ως κοινές λογικές πλάνες είναι το στημόνι. Ό,τι έχουμε μάθει να είναι ανήθικα συμφέροντα και κυνισμός είναι το υφάδι. Το αδράχτι που υφαίνει τον ασυνάρτητο πέπλο που μας σαβανώνει είναι η Μεγάλη Θεωρία. Μια Θεωρία με ποταπό σκοπό: όχι βεβαίως να ερμηνεύσει, να διορθώσει ή να παιδαγωγήσει, παρά να στηρίξει πρακτικώς την αυθαιρεσία και την αγυρτεία, την ακύρωση του πολιτικού διαλόγου, την καταστρατήγηση δικαιωμάτων και ελευθεριών, τελικά να επιβραδύνει την αποσύνθεση ενός ταριχευμένου κουφαριού που όζει πτωμαΐνη: του τερατωδώς τετρακέφαλου πλάσματος "(Ο ήδη νεκρός) Δικομματισμός- (Τα με τεχνητά μέσα διατηρούμενα στη ζωή) Καθεστωτικά ΜΜΕ - Ολιγάρχες αλά Ελληνικά - (Διασωζόμενες ξανά και ξανά με κρατικό χρήμα) Τράπεζες". Χρεοκοπημένες τράπεζες που δανείζουν σε χρεοκοπημένα ΜΜΕ και χρεοκοπημένα κόμματα, για να μας κάνουν όλοι μαζί από κοινού διαγγέλματα περί χρεοκοπίας.

Κι έτσι, στον πραγματικό κόσμο έξω από τα σοσιαλμήντια, επικρατεί απόλυτη σύγχυση, ο πολτός της εντροπίας που στο τέλος επιφέρει η απόλυτη συμμετρία. Αν κάποτε λέγαμε ότι κάθε Έλληνας και άποψη, πλέον ισχύει κάτι σαν "κάθε Έλληνας και 3-4 απόψεις, αναλόγως το κοινό και την ώρα της ημέρας". Κι όσο εμείς επιχειρηματολογούμε περί της αστυνομικής βίας ή κατά του να μπαίνει το δημόσιο χρέος πριν από τις ζωές μας, όσο εξετάζουμε τις ευθύνες της Αριστεράς ή των κυνικών μη-εκλεγμένων δουλικών της πλουτοκρατίας, ο κόσμος που δεν μπαίνει στα ίντερνετς κι ενημερώνεται ή σχηματίζει γνώμη από την τηλεόραση και τους γείτονες ετοιμάζεται για όλα. Ή μάλλον, για ό,τι να 'ναι: όλα παίζουν, όλα ισοδύναμα και συμμετρικά τοποθετημένα.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2012

Xειρονομίες


Γιουάν αντί για γιεν: Ο 28χρονος Έρικ Πάρκερ ανακοινώνει στον επικεφαλής της ασφάλειας του ότι σήμερα «χρειαζόμαστε ένα κούρεμα». Δεν εννοεί ότι θα κουρευτούν και οι δύο, απλά χρησιμοποιεί πληθυντικό μεγαλοπρεπείας. Στη συνέχεια της ημέρας και της ταινίας (που καλύπτει ακριβώς την συγκεκριμένη μέρα της ζωής του) θα εγκαταλείψει τον πληθυντικό. Ίσως η χρησιμοποίησή του ήταν ένα καπρίτσιο της στιγμής, ανάμεσα σε άλλα, πολύ διαρκέστερα. Και το ίδιο το κούρεμα άλλωστε σε καπρίτσιο εξελίσσεται. Θέλει να πάει να κουρευτεί στην άλλη άκρη της Νέας Υόρκης, ενώ ο επικεφαλής τού λέει ότι δεν είναι τόσο καλή ιδέα: ο Πρόεδρος των ΗΠΑ επισκέπτεται την πόλη, με αποτέλεσμα το μποτιλιάρισμα να είναι άνευ προηγουμένου. Στην πορεία θα προστεθεί και μια κηδεία μουσικού σταρ, την οποία ακολουθεί κονβόι θαυμαστών. Ούτε με αυτό όμως θα αλλάξει γνώμη, δεν θα αλλάξει γνώμη ούτε καν όταν η ασφάλειά του τον ενημερώσει ότι υπάρχουν πληροφορίες για μια πολύ σοβαρή απειλή εναντίον του. Θέλει να κουρευτεί στο συγκεκριμένο κουρείο. Ο Πάρκερ -που τον υποδύεται αξιοπρεπώς, αν όχι και αξιοπρόσεκτα ο Ρόμπερτ Πάτινσον- είναι πολυδισεκατομμυριούχος, επικεφαλής εταιρίας που κερδοσκοπεί πάνω στις ισοτιμίες των νομισμάτων. Δεν ανήκει απλά στο 1%, ανήκει ίσως στο 1% του 1%. Έχει ποντάρει πάρα πολλά λεφτά εναντίον του γιουάν. Στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 2003 του Ντον ΝτεΛίλο, τη θέση του γιουάν είχε το γιεν. Οι καιροί αλλάζουν. Ποντάρει και στη διάρκεια της μέρας χάνει, χάνει, χάνει, χάνει.
Η λιμουζίνα: Ένα ταξίδι μιας ολόκληρης ημέρας για ένα κούρεμα, μέσα στην λευκή, μακρόστενη λιμουζίνα του. Μέσα της θα δεχτεί συνεργάτες, γιατρούς, ερωτικές συντρόφους. Δεν είναι σκέτη λιμουζίνα, είναι γραφείο, είναι εξοπλισμένη με ό,τι μπορεί να φανταστεί και να μη φανταστεί κανείς. Κινείται βραδύτατα και υπνωτικά μέσα στην πόλη, με ένα υπόκωφο βουητό να τη συνοδεύει. Έρχεται στο μυαλό το υπνωτικό ταξίδι του πλοιάριου προς την καρδιά του έρεβους στο «Αποκάλυψη Τώρα». Όπως εκείνοι πήγαιναν όλο και πιο μέσα στη ζούγκλα, σε έναν διαφορετικό πολιτισμό, σε έναν χώρο οριακά ρεαλιστικό, έτσι κι εδώ. Μόνο που εδώ το κρίσιμο δεν είναι ο έξω κόσμος. Ο διαφορετικός πολιτισμός βρίσκεται όχι έξω από τη λιμουζίνα, αλλά μέσα σε αυτή. Το όλο περιβάλλον θυμίζει περισσότερο την ημιονειρική πραγματικότητα του Κιούμπρικ στο «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» παρά τη ρεαλιστική Νέα Υόρκη του Σκορσέζε. Ο Κρόνενμπεργκ δεν ασχολείται με την πόλη, ασχολείται με τη λιμουζίνα. Η λιμουζίνα δεν συνιστά ρεαλιστικό αλλά αλληγορικό χώρο. Κι ο τρόπος που την κινηματογραφεί συνιστά μεγάλο σινεμά. Η λιμουζίνα γίνεται μια μεταφορά για το «μέρος» που ζει το 1%. Είναι πλήρως αποκομμένη από το τριγύρω αστικό περιβάλλον. Είναι μια αυτάρκης κάψουλα, ένα υπερπολυτελές κέλυφος, μια άλλη πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα των πολλών. Ένα παλάτι που αντί να είναι κλεισμένο σε κάστρο, διασχίζει τον τόπο που ζουν οι πολλοί, περιφερόμενο ανάμεσα στους υπόλοιπους σαν μια κινητή πρόκληση, σαν ένας κινητός θρίαμβος. Είναι ένα διαστημόπλοιο που έρχεται από έναν άλλο πλανήτη, από τον πλανήτη του υπερβολικά υπερβολικού πλούτου. Σε μια σκηνή, έξω γίνεται χαμός, αντικαπιταλιστική διαδήλωση, η λιμουζίνα πηγαίνει πάνω κάτω από τους διαδηλωτές, αλλά αυτός ούτε ανησυχεί ούτε γυρνάει να κοιτάξει, συνεχίζει να πίνει ατάραχος το ποτό του.
Η δουλειά του είναι να αγοράζει και να πουλάει λεφτά, «λεφτά που μιλάνε στον εαυτό τους». Κυβερνοκαπιταλισμός. Εικονικά δις, εικονικός κόσμος. Το μοντάζ της ταινίας είναι εξαιρετικά περίεργο, μου φέρνει στο νου κλικ από μια ιστοσελίδα σε άλλη. Η λιμουζίνα ως εικονικός χώρος, ως εικονική πραγματικότητα, ως ένα άλλο «Εxistenz». Όλα ειναι σαν να συμβαίνουν και να μην συμβαίνουν ταυτόχρονα. Ή να συμβαίνουν αλλά όχι και τόσο. Ζητά από μια γυναίκα της ασφαλείας του, με την οποία έκανε σεξ, να του παραλύσει για λίγο το σώμα με το ειδικό όπλο της, επειδή θέλει να νιώσει περισσότερα. Όχι, δεν είναι κάποιου είδους ζόμπι. Ζει. Αλλά σε μια άλλη κατάσταση συνείδησης. Το στάτους στο οποίο έχει τη δυνατότητα να ζει είναι παρανοϊκό, τα χρήματα που έχει είναι παρανοϊκά, το γεγονός ότι μπορεί ένας άνθρωπος να κερδοσκοπεί εις βάρος νομισμάτων κρατών και είναι παρανοϊκό.
Η χειρονομία του φελλού: Η λιμουζίνα είναι ηχομονωμένη με φελλό, ώστε να μην περνά μέσα της ο θόρυβος της πόλης. Αλλά επειδή φυσικά είναι και θωρακισμένη, έπρεπε να βρεθεί ειδική πατέντα ώστε η μόνωση να μην επηρεάζει την ασφάλεια. Πέτυχε; Όχι απόλυτα. Αλλά, όπως λέει ο ίδιος: «Δεν έχει σημασία, δεν με ενοχλεί ο θόρυβος της πόλης, με ενεργοποιεί. Σημασία έχει πως ξέρω ότι ο φελλός βρίσκεται εκεί. Είναι μια από τις χειρονομίες που πρέπει να κάνει ένας άντρας». Από ένα επίπεδο πλούτου και πάνω παύει να έχει σημασία η παροχή που λαμβάνεις, το συγκεκριμένο αγαθό. Σημασία έχει η χειρονομία. Σημασία έχει να ξέρει ο ίδιος πως η λιμουζίνα του έχει και ηχομόνωση. Ότι αυτός έκανε το κάτι παραπάνω. Δεν είναι ο ήχος που θα εμποδίσει, είναι ότι αυτός το επένδυσε. Αντίστοιχα ισχύουν και για ένα παλιό ρώσικο πολεμικό αεροπλάνο που αγόρασε. Δεν του επιτρέπουν οι αρχές να πετάξει. Πάει και το βλέπει μια στις τόσες σε μια αποθήκη σε μια έρημο που το έχει παρκαρισμένο. Δεν είναι η παροχή που λαμβάνει, δεν είναι το αγαθό. Είναι η χειρονομία της απόκτησής του, είναι ότι το έχει στην ιδιοκτησία του. Έχει δυο ιδιωτικά ασανσέρ στο σπίτι του, ένα διαμορφωμένο ώστε να παίζει έναν σούφι ράπερ κι ένα που πηγαίνει στο 1/4 της κανονικής ταχύτητας και παίζει Ερικ Σατί. Θέλει επίσης να αγοράσει το παρεκκλήσι του Ρόθκο. Δεν πουλιέται, του λένε. Αυτός όμως το θέλει, όσο κι αν κάνει. Κάνει τσεκ απ κάθε μέρα. «Και τα σαββατοκύριακα;», τον ρωτούν. «Οι άνθρωποι πεθαίνουν συχνότερα τα σαββατοκύριακα», απαντά. Δεν είναι τόσο ο φόβος του θανάτου και η πρόληψη της φθοράς, όσο η χειρονομία, όσο το ότι μπορεί να αγοράζει για τον εαυτό του αυτήν την συμβολική υπεροχή έναντι των άλλων θνητών.
Ο χώρος: Μια βασική μομφή κατά της ταινίας (που έλαβε μικτές έως αρνητικές κριτικές στις ΗΠΑ) είναι πως έμεινε εγκλωβισμένη στο μυθιστόρημα και πως δεν έγινε «αρκετά σινεμά». Πρόκειται για μια κατά τη γνώμη μου τελείως άστοχη κρίση, αφού ο Κρόνενμπεργκ έκανε κάτι εντελώς κινηματογραφικό, χρησιμοποιώντας τα κινηματογραφικά υλικά για να μας παραδώσει τον «χώρο» της λιμουζίνας. Αντίθετα, όταν προς το τέλος ο Πολ Τζιαμάτι μοιράζεται σε ένα διαμέρισμα μια σειρά σκηνών με τον Πάτινσον, το αποτέλεσμα είναι λιγότερο ικανοποιητικό. Κι εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει κορύφωση, μοιάζει σαν κάτι να μη λειτουργεί όπως θα έπρεπε, κάτι που αντί να πάει την ταινία ένα βήμα μπρος, τη γυρίζει ένα βήμα πίσω. Ναι, αν το "Cosmopolis" αποτελούνταν μόνο από σκηνές όπως αυτές μεταξύ των δυο τους, θα μπορούσες να πεις ότι απλά πήρε τους ηθοποιούς και τους έβαλε να λένε τις ατάκες του μυθιστορήματος. Ό,τι έχει προηγηθεί όμως επιτρέπει να πούμε πως το "Cosmopolis" δημιούργησε έναν ολόδικό του κινηματογραφικό κόσμο.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2012

Unfollow 10: το πραξικόπημα που θα γίνει


Το κραυγαλέο κενό στο περιεχόμενο αντιμετωπίζεται με φτηνές προκλήσεις στο εξώφυλλο. To νεοκωστοπουλικό καστεστημένο χτυπά με το δέκατο τεύχος του. Το ΚΛΙΚ της αριστεράς του χαβιαριού. United Colors of Unfollow.


Μην κάνεις τίποτα... από UNFOLLOW. Βρίσκεται όμως μερικές σελίδες πίσω στο έργο. Ακολουθώντας τη νέα τάση στη διαφήμιση θα έπρεπε, αντί να προσπαθεί να πουλήσει με το ψευτοσόκ, να προσπαθεί να πουλήσει την ελληνικότητά του. Unfollow: ένα περιοδικό γραμμένο μόνο από Έλληνες. Unfollow: από Έλληνες για Έλληνες. Unfollow: κυκλοφορεί μόνο στα ελληνικά. Unfollow: 100% ελληνικό προϊόν. Και σε αντίθεση με την κάθε πολυεθνική, θα έλεγε και αλήθεια δηλαδή. 
Unfollow 10: όλα καλά, ρε.