Παρασκευή, Δεκεμβρίου 08, 2017

Στο κενό μεταξύ

Με εκείνη την Καταλονία κι εκείνη την ανεξαρτησία τι έγινε άραγε; Ό,τι περίπου και με το περήφανο ΟΧΙ του 62%. Ο δυτικός ευρωπαίος των αρχών του 21ου αιώνα αιωρείται στο κενό μεταξύ ανάθεσης σε αντιπροσώπους και απόλυτης εξάρτησης από αυτούς από την μια και σε μια γενικότερη οπερετική αντιμετώπιση της ζωής του από την άλλη, εξεγειρόμενος φαντασιακά και μη όντας διατεθειμένος να φτάσει τα πράγματα ως τα άκρα, επιστρέφοντας μετά την εξέγερσή του στο σούπερ μάρκετ του, στα σόσιαλ μίντιά του, στις όποιες ανέσεις του, έχοντας κατά βάθος και πλάτος και ύψος εσωτερικεύσει απόλυτα ότι ζει σε έναν καταναλωτικό κόσμο κατά βάση καλώς καμωμένο, όπου κάθε αληθινή σύγκρουση που φτάνει ως το τέρμα της είναι μια τρέλα, μια παραφορά, μια αυτοκαταστροφική μανία, ένας δίχως νόημα μηδενισμός.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2017

Χαϊκού της πλημμύρας

Μες τη λάσπη του
οι καρδιές των ανθρώπων
φερτά υλικά.

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2017

Η εκδρομή

Όλο λέει να επισκεφτεί τα συναισθήματά του,
αλλά η εκδρομή παραέχει γίνει μακρινή,
η διαδρομή παραέχει γίνει δύσβατη, 
ο προορισμός παραέχει γίνει αστικός μύθος.
Το αναβάλλει λοιπόν διαρκώς
κι έτσι
η εκδρομή ξεμακραίνει κι άλλο,
η διαδρομή ολισθαίνει κι άλλο,
ο προορισμός μυθολογείται κι άλλο.
  Μπα, 
θα αργήσει πολύ να πάει προς τα μέρη τους.
Το μόνο που φοβάται
είναι μην τον επισκεφτούν ποτέ αυτά,
γιατί αν βρουν τη σωστή παράκαμψη
οι αποστάσεις καταλύονται ακαριαία.
Δεν πρέπει όμως να τον βρουν τελείως αχούρι,
οπότε προνοεί διαρκώς,
έχοντας τακτοποιημένες στο σωστά κουτάκια τους
την κάθε εκλογίκευση, 
την κάθε σχετικοποίηση,
την κάθε διεργασία,
την κάθε θεωρητικοποίηση,
την κάθε γενίκευση,
την κάθε αφαίρεση.
Ό,τι κι αν έρθουν να του προσθέσουν,
να αντιπαρατάξει τουλάχιστον τις αφαιρέσεις,
ώστε να βγει η τελική απόφανση,
πόσες το λάδι,
πόσες το ξύδι,
πόσες το λαθρόβιο.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2017

Μικρό Μαύρο Τραπέζιο

Κάθε τόσο έβλεπε μπροστά του ένα μικρό μαύρο τραπέζιο. Μπορούσε να το δει παντού. Πάνω σε οθόνες, πάνω σε πρόσωπα, πάνω στον καθρέφτη του, πάνω στον αέρα. Και μολονότι το σχήμα του ήταν αμετακίνητα μικρό, αρκούσε για να αλλοιώσει όλη την υπόλοιπη εικόνα, αρκούσε για να καταλάβει ολοσχερώς τη σκέψη του. Όταν το πρωτοείδε και σε όνειρο, άρχισε να ανησυχεί σοβαρά. Αρχικά επισκέφτηκε οφθαλμίατρο, μετά νευρολόγο, στο τέλος ψυχίατρο. Όλοι απέτυχαν να σβήσουν από εμπρός του τα μικρά μαύρα τραπέζια. Αυτά συνέχιζαν να εμφανίζονται όποτε ήθελαν και να τον βραχυκυκλώνουν Δεν ήθελε πια να βλέπει μικρά μαύρα τραπέζια. Και ήταν λογικό. Αλλά αφού δεν εξαρτώταν από εκείνον, το μόνο που του απέμενε να κάνει ήταν να συμβιβαστεί. Και να μάθει ζει μαζί τους. Άρχισε τότε να αμπελοφιλοσοφεί πάνω στη σχετικότητα των μεγεθών. Αν κάτι τόσο μικρό έσβηνε από μπροστά του όλα τα υπόλοιπα, ήταν στα αλήθεια κάτι τόσο μικρό; Μήπως πάλι το θέμα δεν ήταν ότι αυτά εμφανίζονταν, αλλά ότι εκείνος κολλούσε το βλέμμα του επάνω τους; Ωραία, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι δεν ανήκαν εκεί, κανονικά δεν έπρεπε να εμφανίζονται, ως ξένα σώματα διατάρασσαν την ισορροπία του οπτικού του πεδίου. Αλλά σιγά τα σώματα κιόλας, σιγά τα σχήματα, σιγά το πράγμα. Γιατί να καρφώνει το βλέμμα και τη σκέψη του σε αυτήν την μικρή ανορθογραφία, γιατί από όλον τον υπόλοιπο ορατό κόσμο να επιλέγει να επικεντρώνεται στα μικρά μαύρα τραπέζια; Μια μέρα φοβήθηκε πώς θα πέσει μέσα τους και θα τον καταπιούν σαν μαύρες τρύπες. Μια άλλη μέρα εξαφανίστηκαν τόσο αιφνιδιαστικά και ανεξήγητα, όπως είχαν κάποτε έρθει. Δεν ξαναέγραψε ποτέ για αυτά.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2017

Aπό αλλού

Έκανε μια δουλειά για να ζησει. Όχι του πεταματού, κάθε άλλο. Αν και για να είμαστε ακριβείς, κάθε άλλο παρά του πεταματού τα παλιότερα τα χρόνια. Γιατί και προ κρίσης και πολύ περισσότερο μετά, είχε αρχίσει να γίνεται του ψιλοπεταματού κι αυτή, ειδικά αν ήσουν ένας από τους πολλούς που την έκαναν για να τα βγάλουν πέρα κι όχι ένας από τους λίγους που μπορούσαν ακόμη να βγάλουν καλά λεφτά. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι και στα παλιότερα τα χρόνια να την έκανε, πάλι με μισή καρδιά θα την έκανε. Το θέμα είναι ότι και πολλοί από αυτούς που απλά τα έβγαζαν πέρα, μπορούσαν πάντως να αναγνωρίσουν σημαντικό μέρος της ταυτότητάς τους στη δουλειά τους, μπορούσαν να αναγνωρίζουν σε αυτήν τον φυσικό χώρο του εαυτού τους, μπορούσαν να ξυπνούν κάθε μέρα γνωρίζοντας ότι θα σηκωθούν για να πάνε να κάνουν αυτό που οι ίδιοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι. Εκείνη όμως δεν ήταν.
Εκείνη κινούνταν στη δουλειά της, σαν να είναι από αλλού.
Εκείνη κινούνταν στο σπίτι της, σαν να είναι από αλλού.
Εκείνη κινούνταν στη ζωή της, σαν να είναι από αλλού.
Κι ίσως για αυτό την φοβόντουσαν τόσοι ανεξήγητα τόσο.
Κι ίσως για αυτό την φθονούσαν τόσοι ανεξήγητα τόσο.
Κι ίσως για αυτό την διέβαλλαν τόσοι ανεξήγητα τόσο.
Τι ακριβώς τους είχε κάνει;
Πώς ακριβώς τους είχε πειράξει;
Σε τι ακριβώς τους ξεβόλευε;
Γιατί μας φοβίζει τόσο το αλλού;
Γιατί πρέπει να είμαστε όλοι από εδώ;
Γιατί πρέπει να πατάμε όλοι με τα δύο πόδια στη γη; Εκείνης μπορεί και τα πόδια και τα χέρια και το μυαλό να είχαν αλυσίδες, αλυσίδες φτιαγμένες κρίκο – κρίκο από τα γνώριμα οικογενειακά υλικά με τα οποία φτιάχνονταν από καταβολής οικογενειών οι αλυσίδες, αλλά έπαιρνε τα αλυσοδεμένα της πόδια και περπατούσε στα σύννεφα.
Και δεν ήταν οι αλυσίδες που έδεναν και τα σύννεφα, αλλά τα σύννεφα που αναιρούσαν τις αλυσίδες.
Κι όσο ήταν εκεί ήταν χαρούμενη.
Κι όσο γυρνούσε εδώ ήταν λυπημένη.
Αλλά είτε χαρούμενη είτε λυπημένη, δεν γινόταν ποτέ κακή, δεν γινόταν ποτέ άσχημη.
Στις βόλτες της στα σύννεφα, ψάχνει να βρει εκείνον που θα την γεμίσει με το φως του. Αλλά οι άνθρωποι που ζουν μονίμως εκεί, είναι φτιαγμένοι και οι ίδιοι από σύννεφο και το φως το προορίζουν για τον εαυτό τους και το έργο τους, όχι για συγκεκριμένους ανθρώπους.
Στις βόλτες της στη γη, τα μάτια της κοιτώντας πεισματικά προς τα πάνω παραμένουν κλειστά.
Άνθρωποι φτιαγμένοι από γη την κοιτούν να μην τους κοιτά και προσπαθούν να καταλάβουν τι έκαναν λάθος.
Θα μπορούσαν να της σπάσουν τις αλυσίδες, αυτό το λάθος έκαναν.
Θα μπορούσαν να την κάνουν ευτυχισμένη, αυτό το λάθος έκαναν.
Και δεν την μεγάλωσαν για να είναι ευτυχισμένη.
Την μεγάλωσαν για να είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι.
Για αυτό κι εκείνη ταξιδεύει αλλού.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017

Φυσικά αίτια

Μπορεί μια σκηνή που μας δείχνει σε πολύ κοντινό πλάνο το πρόσωπο ενός ηθοποιού να προδίδεται σε τόσο μεγάλο βαθμό από την φάλτσα ερμηνεία και το overacting του ηθοποιού και παραταύτα να είναι μια σκηνή που χαράζεται στην μνήμη μας ως κινηματογραφικά τέλεια; Μπορεί όταν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν το οπτικοακουστικό αποτέλεσμα, από το πώς έχει στηθεί το πλάνο ως τα χρώματα της φωτογραφίας, από το πώς βρέχει ως το πώς ακούγεται η βροχή, από το τα λόγια που λέει ο ήρωας ως την μουσική που ακούγεται στο βάθος, από το τι σηματοδοτεί στην εξέλιξη της ιστορίας η σκηνή ως τη συγκίνηση που προκαλούν οι συγκεκριμένες ατάκες,  από τη χροιά της φωνής του ως το νόημα των όσων λέει, από το χρώμα των ματιών του ως το αίμα στο πρόσωπό του, το πρόσωπό του που φωτίζεται και φωτογραφίζεται ως κέντρο ενός κάδρου στου οποίου δεξιά κι αριστερά υπάρχει γαλάζιο σαν τα μάτια του και κόκκινο σαν το αίμα και βροχή και καπνοί, ναι μπορεί.
Μπορεί αυτή η τόσο εμβληματική σκηνή στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου να διαδραματίζεται μπροστά από μια διαφήμιση, η οποία παραμένει πεισματικά παρούσα στο βάθος; Μπορεί ο ήρωας να μας μιλά για πράγματα που είδε στο διάστημα, τα οποία δεν μπορούμε εμείς να φανταστούμε και εμείς να βλέπουμε στο βάθος την ΤDK; Στις ρέπλικες αντιστοιχεί η τόση ομορφιά και σε μας η γκρίζα διαφήμιση; Δεν είναι γκρίζα όμως. Παίρνει το χρώμα του «Blade Runner», παίρνει κι αυτή το χρώμα του αριστουργήματος του Σκοτ, σε έναν ιδανικό καλλιτεχνικά κόσμο δεν θα είχε καμία θέση εκεί, στον κινηματογραφικό κόσμο του «Blade Runner» όμως oι κραυγαλέες διαφημίσεις μετατρέπονται σε οργανικό τμήμα της συνολικής εικαστικής πανδαισίας.
Aν το σινεμά βαδίζει παρέα με τους σκοτωμούς, αν το σινεμά βρίσκει διαχρονικά πολύ πιο ελκυστική την κινηματογράφηση μιας θανάτωσης από την κινηματογράφηση ενός φυσικού θανάτου, εδώ γινόμαστε μάρτυρες ενός ανεπανάληπτα μαγευτικού θανάτου από φυσικά αίτια, φυσικά και μαζί τεχνητά, στο σημείο εκείνο τομής που όλη σου η φύση είναι τεχνητή, στο σημείο εκείνο τομής που ο άνθρωπος συναντά τη μηχανή κι η μηχανή τον άνθρωπο.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 04, 2017

Eυτυχώς είναι δικός μας

Εκδοχή πρώτη: ο 64χρονος άντρας που σκότωσε στο Λας Βέγκας καμιά εξηνταριά ανθρώπους και τραυμάτισε πάνω από πεντακόσιους άλλους είναι ένας ακόμη μοναχικός λύκος του ISIS.
Εκδοχή δεύτερη: ο 64χρονος άντρας που σκότωσε στο Λας Βέγκας καμιά εξηνταριά ανθρώπους και τραυμάτισε πάνω από πεντακόσιους άλλους είναι ένας ακόμη Aμερικάνος που μπουκάρει τις τελευταίες δεκαετίες σε δημόσιο χώρο και σκοτώνει με τα πυροβόλα όπλα του όσους περισσότερους προλάβει.
Κανένα ως τώρα στοιχείο δεν υποστηρίζει την πρώτη εκδοχή, αλλά αυτή η προσωρινή θολούρα μας βοηθά να αναρωτηθούμε ξανά: Ποιο από τα δύο ενδεχόμενα μας τρομάζει περισσότερο; Ποιο από τα δύο βρίσκουμε απεχθέστερο; Ποιος από τους δύο ανθρωπότυπους είναι πιο μακριά από το αξιακό μας σύστημα; Ποιου ο τρόπος σκέψης είναι πιο απροσπέλαστος;
Βρισκόμαστε ενώπιον του εξής παραδόξου: Αν ίσχυε η πρώτη εκδοχή, αν σκότωσε για μια οποιαδήποτε πολιτική ή θρησκευτική ιδέα, αν σκότωσε στο πλαίσιο επιδίωξης ενός μακρινού σκοπού, αν σκότωσε ως φανατικός, αν σκότωσε έχοντας στο μυαλό του στρατόπεδα με συμμάχους και εχθρούς, μπορούμε πολύ λιγότερο δύσκολα να έρθουμε στη θέση του, μπορούμε να βρούμε αναλογίες με δικά μας πιστεύω, μπορούμε εν πάση περιπτώσει να συλλάβουμε τι έκανε. Αν στο δικό του κεφάλι είμαστε εχθροί του, εξίσου και στο δικό μας είναι εχθρός μας. Όσο πιο κατανοήσιμος κι αν είναι ο ανθρωπότυπος του όμως, είναι ταυτόχρονα και πιο τρομακτικός. Μπορεί να σκέφτεται με τρόπο όχι εντελώς έξω από τον δικό μας, αλλά τον φοβόμαστε περισσότερο, γιατί πηγαίνοντας με τους άλλους, έπαψε να είναι ένας από μας, έπαψε να είναι ψυχή τε και σώματι Δυτικός.
Αν ισχύει όμως η δεύτερη εκδοχή, αν δεν σκότωσε απίστους, αν δεν σκότωσε για κάποια ιδέα, αν σκότωσε χωρίς να έχει ιδέα γιατί, αν σκότωσε γιατί μπορούσε, αν σκότωσε γιατί το έκαναν τόσοι άλλοι πριν από αυτόν, αν σκότωσε με ατζέντα ατομική κι όχι πολιτική, αν σκότωσε γιατί δεν άντεχε άλλο μωρέ, ή γιατί όλοι τριγύρω του γαμιούνται και θα τους δείξει επιτέλους αυτός, ή γιατί κάπως πρέπει να τελειώνουν όλα και κουράστηκε να πονάει τόσο ή να μη νιώθει τίποτα, αν σκότωσε ως σόσιοπαθ ή ως τρελός, όσο κι αν δεν μπορούμε να μπούμε στο μυαλό του, υπάρχει κάτι πολύ λιγότερο σκιαχτικό στη δράση του. Δεν σκοτώνει για να φέρει κανένα άλλο πρότυπο πολιτισμού το οποίο είναι έξω από μας, έπαψε να είναι ένας από μας μόνο στο σκέλος του σαλέματος, όχι μόνο δεν έπαψε να είναι ψυχή τε και σώματι Δυτικός αλλά είναι σάρκα από τη σάρκα της Αμερικής, το έκανε ακολουθώντας το μονοπάτι που χάραξαν οι προηγούμενοι μαζικοί εκτελεστές, μονοπάτι που συνεχίζει να διευρύνεται, μονοπάτι που δεν οδηγεί στη Ράκα, αλλά στο ΗΒΟ, το Νetflix, σε σειράρες, ταινιάρες, μπιντζ γουότσινγκ, μήπως και μπορέσουμε να συλλάβουμε τι υπάρχει στο μυαλό αυτών των ανθρώπων που ζουν ανάμεσά μας.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 18, 2017

Άδικα αλλά όχι μάταια

Δεν μπορούμε να προβλέψουμε σε ποιο βαθμό θα είχε επεκταθεί, νομιμοποιηθεί, κανονικοποιηθεί και διαποτίσει τα πάντα φιλτραρισμένος ή αφιλτράριστος ο νεοναζιστικός ζόφος, αν δεν είχε δολοφονηθεί πριν 4 χρόνια ο Παύλος Φύσσας. Τον Σεπτέμβριο του 2013 καλπάζαμε με δεμένα τα μάτια ολοταχώς προς κάτι εντελώς σκοτεινό. Ο ίδιος ο Φύσσας δεν επέλεξε να θυσιαστεί, δεν επέλεξε να δώσει τη ζωή του και τα νιάτα του, επέλεξε όμως να μην κρυφτεί, επέλεξε να αντισταθεί στο κτήνος που σήκωνε κεφάλι και γινόταν ολοένα και πιο άφοβο. Και όσο άδικος και εξοργιστικός κι αν είναι ο θάνατός του, δεν υπήρξε πάντως μάταιος, παρήγαγε αποτέλεσμα, άλλαξε σε έναν βαθμό την πορεία μιας χώρας στο πιο κρίσιμο χρονικό σημείο, σε ένα σημείο καμπής, σε ένα σημείο χωρίς γυρισμό.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 11, 2017

Ταπείνωση

Περπατούσα σχετικά γρήγορα, οπότε είδα μόνο με την άκρη του ματιού μου το αφισάκι, που κάτω από μια εικόνα κάποιου Αγίου, έλεγε πως μόνο με την ταπείνωση νικιέται ο θάνατος. Έπρεπε να κοντοσταθώ να διαβάσω λεπτομέρειες, να διαβάσω κυρίως αν διαφημίζεται κάποια εκδήλωση ή αν πρόκειται απλά για έναν ύμνο στην ταπείνωση. Σκεφτόμουν πάντως πως αν πάει έτσι θα επιλέξω τον θάνατο. Ναι αυτόν θα επιλέξω, αν το τίμημα είναι να μας ταπεινώσετε και να μας συντρίψετε. Δεν σας πειράξαμε επειδή γεννηθήκαμε, δεν είναι αμαρτία η ζωή μας, δεν οφείλουμε ευγνωμοσύνη και συντριβή σε κανέναν.

Τρίτη, Ιουνίου 27, 2017

Δεν φτάνει μόνο ν' αγαπάς

Ένα κοινό νήμα δένει όλους σχεδόν όλους τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές του «Σημασία έχει να αγαπάς»: η ντροπή. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το αίσθημα ντροπής τους καθορίζει, τους πλημμυρίζει, έχουν μάθει να ζουν μαζί του, το κουβαλούν είτε ως διαρκές βάρος στο παρασκήνιο είτε ως αβάσταχτη οδύνη όταν εμφανίζεται στο προσκήνιο. Όταν στην πρώτη σκηνή της ταινίας η Ρόμι Σνάιντερ παρακαλεί τον Φάμπιο Τέστι να μην την φωτογραφίζει στις πρόβες του πλατό του καλλιτεχνίζοντος σοφτ πορνό, λέγοντάς του ότι είναι καλή ηθοποιός κι ότι αυτή είναι μόνο μια δουλειά που κάνει για να ζήσει, καθώς η Σνάιντερ κοιτάζει τον Τέστι και ο Τέστι την Σνάιντερ, καθώς ο Ζουλάφσκι γεμίζει τα μάτια μας με τα πρόσωπά τους και τα αυτιά μας με το μουσικό θέμα του Ζορζ Ντελρί, οι δυο βασικοί άξονες της ταινίας βρίσκουν το σημείο τομής τους: ο έρωτας πέφτει πάνω στη ντροπή και η ντροπή πάνω στον έρωτα: σημασία έχει να αγαπάς αλλά σημασία έχει και να μη ντρέπεσαι για τον εαυτό σου και τη ζωή σου - ο έρωτας ως δύναμη ζωοποιός και μεταμορφωτική και η αντίρροπη δύναμη ενός εαυτού που έχει εκπέσει από όσα ονειρευόταν και τώρα αυτοοικτίρεται. 
Ο Τέστι την κοιτά μαγεμένος από την πρώτη στιγμή, ίσως να ερωτεύτηκε και τη ντροπή της και όσα αντανακλά, αλλά το δικό της βλέμμα καρφώνεται πάνω του χωρίς να είσαι σίγουρος αν μπορεί ή δεν μπορεί να τον δει στα αλήθεια. Όταν το επόμενο πρωί της χτυπά την πόρτα προτείνοντάς την να τη φωτογραφίσει σε κάτι πιο αξιοπρεπές, εκείνη λέει ότι δεν τον γνωρίζει. Αν πάρουμε σε όλη την ταινία για πυξίδα το βλέμμα της πρέπει να την πιστέψουμε. Τον κοιτά και δεν μοιάζει να τον θυμάται. Άρα δεν μπόρεσε στο πλατό να δει πέρα από τη ντροπή της. Και γιατί να πάρουμε σε όλη την ταινία για πυξίδα το βλέμμα της; Επειδή ενώ ο Τέστι είναι πέραν κάθε αμφιβολίας εντελώς ερωτευμένος, ο τρόπος που θα φερθεί η Σνάιντερ καθ' όλη τη διάρκεια του «Σημασία έχει να αγαπάς», οι πράξεις της και τα λόγια της δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως πράξεις και λόγια μιας ερωτευμένης γυναίκας. Τα βλέμματά της όμως; Τα βλέμματά της, καθώς κοιτάζουν το πρόσωπό του -λόγω της διαφοράς ύψους- από τα χαμηλά προς τα ψηλά, στέκονται στο πρόσωπό του, χαϊδεύουν το πρόσωπό του, φροντίζουν να ακουμπήσουν πάνω του και να βρουν καταφύγιο όταν εκείνος δεν την κοιτά, γιατί μάλλον δεν αντέχει να την κοιτά πολύ, τον καίει ήδη υπερβολικά το πρόσωπό της για να το κοιτά εξακολουθητικά.
Εκείνος την καλεί να πάνε έξω μεσημέρι για καφέ. Εκείνη του αντιπροτείνει να έρθει στο σπίτι της, γιατί ο άντρας της θα λείπει. Εκείνος φυσικά δέχεται. Αλλά μετά όλα βραχυκυκλώνουν. Εκείνος στη ζωή του σεξ έχει, του λείπει ο ρομαντισμός, του λείπει ο έρωτας ή μάλλον τον βρήκε ο έρωτας χωρίς εκείνος να τον ψάχνει, έτσι τώρα αρνείται να πάει μαζί της όπως εκείνη του ζητά, δηλαδή χωρίς ένα ποτό, χωρίς κανένα προκαταρκτικό λόγο, χωρίς κανένα πρόσχημα, χωρίς κανένα χάδι πριν, χωρίς την παραμικρή σκηνοθεσία. Εκείνη αγάπη και στοργή στο γάμο της έχει, το σεξ της λείπει, ο άντρας της στον τομέα αυτό υπολειτουργεί, αν λειτουργεί και καθόλου. Κι επίσης έχει ήδη αρχίσει να τον κοιτά αλλιώς, δεν θέλει να ρισκάρει την συναισθηματική σύνδεση που θα τα ανατινάξει όλα στο διάβα της. Ζητούν εντελώς διαφορετικά πράγματα; Φαινομενικά και μόνο. Τη στιγμή εκείνη και μόνο. Μάλλον κανέναν έρωτα δεν θα εξόριζε το σεξ, μάλλον κάθε άλλο παρά χωρίς συναίσθημα θα το έκαναν, μάλλον το συναίσθημα θα τους καταλάμβανε ολόκληρους. Φοβούνται; Εκείνη σίγουρα ναι. Αλλά τελικά μάλλον κι εκείνος. Και για αυτό λακίζει.
Γιατί εκείνος, όπως λέει, νιώθει παγιδευμένος σε μια κατάσταη που αν προχωρήσει θα κάνει μεγάλο κακό αλλά και αν δεν προχωρήσει θα κάνει ακόμη μεγαλύτερο. Εκείνος ζει μέσα σε μια κατάσταση παροξυσμού. Μερικές ώρες μετά, της χτυπά στις πέντε τα χαράματα το κουδούνι. Ο άντρας της του ζητά να φύγει. Τον απωθεί, πρέπει να τη δει τη Ναντίν. Τη βλέπει ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Εκείνη σηκώνεται και τον απωθεί με τη σειρά της. Με πλάτη στον τοίχο κοιτούν και οι δυο μπροστά ώστε να μην κοιτούν ο ένας τον άλλο. Μέσα από τον καθρέφτη σε μια γωνία, μικρός, ο τρίτος άνθρωπος, ο σύζυγος, που όσο είναι μέσα στην εικόνα τίποτα δεν είναι χωρίς πόνο, τίποτα δεν είναι απλό. Ο Τέστι κοιτά απορημένος μπροστά, προσπαθεί να καταλάβει τι του έχει συμβεί, δεν πήγε να της κάνει έρωτα, δεν πήγε να της πει σ' αγαπώ, δεν πήγε να της πει κάτι συγκεκριμένο, δεν ξέρει γιατί πήγε και της χτύπαγε την πόρτα στις πέντε το πρωί, αν υπάρχει μια κινηματογραφική σκηνή που να εικονοποιεί τον έρωτα φτάνοντας όσο πιο κοντά στην πηγή γίνεται, είναι αυτή η σκηνή, αυτό το κάδρο, αυτή η θεμελιώδης απορία μέσα στο ξαφνιασμένο βλέμμα που προσπαθεί να ερμηνεύσει τι έχει συμβεί, τι διάολο μου έχει συμβεί.
Αλλά ας επιστρέψουμε στη ντροπή των ηρώων: εκτός από τη Σνάιντερ που ντρέπεται για την πορεία που πήρε η ζωή της και που από φιλόδοξη ηθοποιός έχει φτάσει να παίζει μόνο σε σοφτ πορνό, ο Τέστι έχει αηδιάσει και δεν αντέχει άλλο να δουλεύει για έναν γέρο άνθρωπο του υποκόσμου φιλμάροντας και φωτογραφίζοντας όργια, ο Ζακ Ντιτρόν, σύζυγος της Σνάιντερ, ντρέπεται γιατί τώρα πια ένας άλλος άντρας έχει μπει στη ζωή της γυναίκας του, τον έχει σβήσει κι αισθάνεται λίγος, ο αλκοολικός διανοούμενος επίσης ντρέπεται που ο Τέστι του είχε «κλέψει» τη δική του γυναίκα, αλλά η ντροπή και των δύο είναι ριζικότερη, νιώθουν αποτυχημένοι και ο άντρας που τους παίρνει τις γυναίκες απλώς επικυρώνει κ επιβεβαιώνει την αποτυχία τους, ενώ τέλος ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί του θεατρικού έργου ντρέπονται για την κατεδαφιστική κριτική που επιφυλάσσεται στο έργο που ανέβασαν. Ακόμη όμως και ο γέρος κακοποιός, εκείνο που δεν αντέχει δεν είναι η ανυπακοή του Τέστι, δεν είναι ότι θέλει να ξεφύγει από την εξουσία του, εκείνο που δεν αντέχει είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Τέστι θέλει να ξεφύγει, είναι αυτή η αηδία και περιφρόνηση που εκφράζει, αηδία και περιφρόνηση που νιώθει ότι τον αφορούν άμεσα. Αν αδιαφορούσε για το κριτικό του βλέμμα θα του φερόταν αλλιώς, αν τελικά δεν ντρεπόταν και ο ίδιος για αυτά που έκανε, θα προσπερνούσε την ανυπακοή πολύ πιο εύκολα. Μεγάλο μέρος της ντροπής των ηρώων άρα είναι ίσως μια ντροπή που προέρχεται από μια συγκεκριμένη κοινωνική περίοδο. Τέσσερεις δεκαετίες αργότερα η κάθε είδους πορνογραφία είναι κοινωνικά πολύ λιγότερο σκανδαλιστική και κατακριτέα. Κανείς δεν είπε ότι η ντροπή βγαίνει μόνο από μέσα μας, η ντροπή συνομιλεί πάντα με τις επικρατούσες αντιλήψεις.
Ένας μόνο χαρακτήρας δεν ντρέπεται καθόλου στην ταινία, ένας μόνο χαρακτήρας βρίσκεται ψηλά στην κοινωνική αλυσίδα και μακριά από τα τελευταία σκαλιά της ή και τον πάτο της, όπου κινείται και ζει η γκροτέσκ πινακοθήκη των ηρώων του Ζουλάφσκι, με τα βαμμένα πρόσωπα, τα σακάκια ή στολές γιατρών που φοριούνται πάνω από γυμνά σώματα, τα κιτς φανταχτερά κουστούμια, τα παραδόξως τεράστια σπίτια με τις μεγάλες σκάλες και τους άδειους χώρους. Ένας μόνο χαρακτήρας μιλάει από ένα βάθρο. Δεν έχει σημασία ότι το βάθρο από το οποίο μιλάει είναι κυρίως αισθητικό, αφού δεν θα παραλείψει και την ηθική αναφορά του στην καριέρα της Σνάιντερ.  Ο κριτικός θεάτρου της Φιγκαρό είναι αυτός που απονέμει από καθέδρας τη ντροπή. Και σκηνοθέτης και ηθοποιοί πρέπει να την αντέξουν. Η βία των μπράβων του πορνογράφου είναι σωματική, η βία των λέξεων του κριτικού είναι ψυχική. Και η μια και η άλλη αφήνουν τους ανθρώπους κομμάτια, μόνο που στη δεύτερη η αιμορραγία είναι εσωτερική. 
Οι καλύτερες προθέσεις και τα χειρότερα αποτελέσματα, αυτή η αβάσταχτη αντιδιαστολή. Σε άλλους επαγγελματικούς τομείς υπάρχουν μεγέθη πιο αντικεμενικά μετρήσιμα. Στο θέατρο και γενικότερα στις τέχνες και τα γράμματα, και πιο υποκειμενικά είναι τα μεγέθη, αλλά και ανεξάρτητα από αυτό, το πόσο προσπαθείς ή το τι έχεις στο μυαλό σου όταν κάνεις ό,τι κάνεις δεν αντανακλάται απαραίτητα στο αποτέλεσμα.  Και τι γίνεται όταν έχεις δώσει τα πάντα κι όταν εσύ θεωρείς ότι εκπέμπεις κάτι σημαντικό, αλλά σου λένε πωςμ όχι, εξέπεμψες μια σαχλαμάρα; Πώς μπορείς να αντιπαρέλθεις τη διαφορά ανάμεσα στο φως που έχεις εκείνη την ώρα μέσα σου και που θεωρούσες ότι εξέπεμπες, με τη μη λήψη του από τους άλλους; Πώς αντέχεται τελικά να μην σε θεωρούν καλό και να σε θεωρούν μια νούλα;
«Mπορώ να κάνω τα πάντα για σένα, εκτός από το να ζήσω». Ο Ζακ Ντιτρόν είναι ένα βαμπίρ που τρέφεται με σινεμά, παλιές φωτογραφίες από ταινίες και τη Ρόμι Σνάιντερ. Έχει βρει ένα ρόλο στη ζωή του. Είναι αυτός που βρήκε έναν άνθρωπο ακόμη πιο κάτω από εκείνον και τον έσωσε από την καταστροφή. Είναι υτός που την πήρε και την περιέθαλψε. Και έξι χρόνια κάθε μέρα τρώνε πρωινό μαζί. Της παρέχει ασφάλεια κι αγάπη. Δεν μπορεί να της παρέχει ακριβώς ζωή. Η έκπτωσή του από τον ρόλο του Ζορό - Σωτήρα, στον ρόλο εκείνου που της στερεί τη ζωή τον γεμίζει ντροπή. Φυσικά και τον αγαπάει. Πολύ μάλιστα. Αλλά σημασία δεν έχει μόνο ν' αγαπάς. Κι όχι μόνο γιατί το «σ' αγαπώ» είναι μια φράση που δεν σημαίνει τίποτα από μόνη της. Η αγάπη είναι ένα μόνο συστατικό της ζωής. Αναγκαίο, αλλά όχι ικανό. Τα ζευγάρια φθείρονται στο χρόνο. Όχι απαραίτητα επειδή εφθάρη η αγάπη τους. Αλλά επειδή δεν έχει σημασία μόνο να αγαπάς. Γιατί όσο κι αν αγαπάς τον άλλο, αν δεν αγαπάς τον εαυτό σου, μπορείς να δώσεις στον άλλον μόνο όσα η περιορισμένη αγάπη σου στον εαυτό σου σου επιτρέπει. Σημασία έχει επίσης να μη ζεις μέσα στην αθλιότητα και την ανασφάλεια. Σημασία έχει να μη ζεις μέσα στη ντροπή. Σημασία έχει να έχεις χτίσει τη ζωή σου συνολικά μέσα σε ένα περιβάλλον που θα μπορεί να ανθίσει κι η αγάπη. Πιθανόν και να μην περνά καν από το χέρι σου αυτό. Πιθανόν να προέρχεσαι από ένα περιβάλλον που έχει υπονομεύσει καταλυτικά τις προσπάθειές σου να χτίσεις την ευτυχία σου. Αλλά αν τα καταφέρεις, αν καταφέρεις να χτίσεις έναν εαυτό και μια ζωή στέρεα, αυτόνομη και τηρουμένων των αναλογιών υγιή, τότε μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ναι, τίποτα δεν μπορεί να δώσει περισσότερο νόημα, ομορφιά, ένταση και βάθος στη ζωή σου, τίποτα δεν μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από το να αγαπιέσαι και να αγαπάς.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2017

To σημείο της αγάπης

Έχω αγαπήσει σημαίνει είμαι πλήρης. Σημαίνει δεν χρειάζομαι να πάρω κάτι πίσω σε αντάλλαγμα πια. Σημαίνει δεν μπορεί να με πειράξει κανείς και τίποτα πια. Σημαίνει δεν εξαρτώμαι από το εδώ κι εμπρός, αλλά από το ως τώρα. Που με έφερε, με ακρίβεια χιλιοστού της ματιάς, στο σημείο της αγάπης. Από τη διαύγεια του οποίου δεν μπορώ να εκτοπιστώ. Aπό την αλήθεια του οποίου δεν μπορώ να κρυφτώ. Από την ένταση του οποίου δεν μπορώ να αδειάσω. Απ' το φως του οποίου δεν μπορώ να σβήσω. Από τον χωρόχρονο του οποίου δεν μπορώ να απεξαρτηθώ. Κι όλο βρίσκομαι εκεί, εκεί ακριβώς που θέλω. Κι εκεί που θέλω δεν υπάρχει απώλεια αλλά διαρκής παρουσία. Κι εκεί που θέλω δεν υπάρχουν διακυβεύματα αφού έχουν όλα κριθεί: έχω αγαπήσει, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να θέλω, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να αξιωθώ, τι άλλο θα μπορούσα ποτέ να ζήσω;

Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2017

Mικρός δεκάλογος για το 87

1) Ελάχιστες είναι οι χρονιές που τις αναφέρεις και το μυαλό σου πάει σχεδόν αυτόματα σε ένα γεγονός που τις καθόρισε τόσο, ώστε η χρονιά να σημαίνει το γεγονός και το γεγονός τη χρονιά: το 87 είναι το ευρωμπάσκετ και το ευρωμπάσκετ είναι το 87.
2) Εκείνο που εγκαθίδρυσε το 87 ήταν λιγότερο μια τριακονταετία επιτυχιών και περισσότερο μια αυτοεικόνα ότι, πάει, στο μπάσκετ είμαστε καλοί.
3) Κάτι που δεν συνέβη με το ευρωπαϊκό του ποδοσφαίρου το 2004. Και μολονότι με αντικειμενικά δεδομένα το ευρωπαϊκό του ποδοσφαίρου κάθε άλλο παρά ορφανό έμεινε στη συνέχεια από διακρίσεις της Εθνικής, είναι μόνο το μπάσκετ που στο μυαλό μας έχει διάρκεια και ρίζες, ενώ ο Έλληνας ποδοσφαιριστής βρίσκεται σε διαρκή αμφισβήτηση ως κι απαξίωση.
4) Έτσι έχουμε την τάση να βλέπουμε τους Έλληνες μπασκετμπολίστες και την Εθνική μπάσκετ μάλλον καλύτερη από ό,τι στην πραγματικότητα είναι και τους Έλληνες ποδοσφαιριστές και την Εθνική ποδοσφαίρου μάλλον χειρότερη από ό,τι στην πραγματικότητα είναι. Ο κάθε Πρίντεζης θα αγαπηθεί και θα κοιταχθεί με δέος πολύ περισσότερο από τον κάθε Παπασταθόπουλο, ενώ αν βάλεις στην ίδια πρόταση Σπανούλη με Μήτρογλου μέχρι και για ιεροσυλία θα σε κατηγορήσουν.
5) Ξαναβλέποντας τον τελικό, οι διαφορές με το σήμερα δεν έχουν να κάνουν σε τόσο μεγάλο βαθμό με το ίδιο το παιχνίδι. Τις φανταζόσουν δηλαδή τόσο πολύ σημαντικές ώστε να σου δημιουργείται τελικά η αντίθετη εντύπωση. Αλλά υπάρχουν άλλες διαφορές πιο χτυπητές. Η πιο άγρια λέξη που μπορούσες να ακούσεις σε σύνθημα τότε, ήταν ότι θα πάρουμε τον κύπελλο με τον «τσαμπουκά». Ήταν ειδικό κοινό και όχι οπαδικό; Όχι δεν είναι αυτή η εξήγηση. Επίσης στην επάρατη τότε μονοκρατορία της κρατικής τηλεόρασης, σε δύο ώρες τελικό μισό πλάνο στην πασοκική πολιτική ηγεσία δεν χαρίστηκε. Κι όταν ο Φίλιππος Συρίγος λέει «Κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι» συνειδητοποιείς ότι στην τριακονταετία που ακολούθησε μαζί με όλα τα άλλα εξαφανίστηκαν από το δημόσιο λόγο και σκέψη οι δεσποινίδες ως έννοια.
6) Αλλά μιλώντας για Συρίγο, ακούγοντας ξανά την μετάδοσή του συνειδητοποιεί κανείς ότι όσο πρωτοφανές είναι με την κυριολεκτικότερη έννοια του όρου το αθλητικό κατόρθωμα που διαδραματίζεται, τόσο εκείνος μη επικολυρικά περιγράφει. Δεν ωρύεται, δεν γεμίζει κάθε παίκτη με παρατσούκλια, δεν περιγράφει σαν να συμβαίνει κάτι κοσμοϊστορικό. Το ευρωμπάσκετ πάρθηκε με ένα κοινό που δεν κατέβαζε πενήντα μπινελίκια το δευτερόλεπτο και έναν εκφωνητή που δεν θεωρούσε μέρος της δουλειάς το παραλήρημα.
7) Ακούγεται εξωφρενικό, αλλά ίσως να είχε έρθει τόσο πολύ το πλήρωμα του χρόνου, ώστε η Εθνική να έπαιρνε το Ευρωμπάσκετ και χωρίς τον Γκάλη. Να είχε ντυθεί από πλευράς σκοραρίσματος Γκάλης ο Γιαννάκης, να ήταν δίπλα του ο Κορωναίος ξέρω γω που δεν πήγε στην αποστολή γιατί δεν άντεχε ρόλο δευτεραγωνιστή, να βρισκόταν η λύση αλλιώς. Κι αν δεν ήταν χρυσό, να ήταν χάλκινο. Να παίρναμε τον μικρό τελικό. Λιγότερο συγκλονισμένοι θα το θυμόμασταν, λιγότερη επίδραση θα είχε; Μπας και ξέραμε πώς ήταν τα χρυσά ως τότε και θα μας έλειπε;
8) Η απόφαση καριέρας και ζωής που πήρε ο Παναγιώτης Γιαννάκης ώστε στην Εθνική και τον Άρη να σταματήσει να παίζει το μπάσκετ που ήξερε και μπορούσε και να αρχίσει να παίζει ένα άλλο, η απόφαση καριέρας και ζωής που πήρε ο Παναγιώτης Γιαννάκης αντί να προσπαθήσει να υπερακοντίσει τον Γκάλη να σταθεί δίπλα του και να συνθέσουν μαζί ένα ανεπανάληπτο δίδυμο, μόνο αυτονόητη δεν ήταν, είναι μια απόφαση που θα άξιζε να γίνει βιβλίο και ταινία, είναι μια απόφαση που μπορεί να νομίζουμε τώρα ότι δικαιώθηκε από τα πράγματα, αλλά ρωτήστε τον οποιοδήποτε σημαντικό αθλητή αν θέλουν να τον θυμούνται για τους τίτλους που κέρδισε ή για το πόσο παικταράς ήταν.
9) Ο Γιαννάκης λοιπόν. Ο Διαμαντίδης. Ο Σπανούλης. Ο Παπαλουκάς. Ο Φάνης κι ο Φασούλας. Τι να αρχίσεις να γράφεις για αυτούς και που να τελειώσεις. Ή να πούμε για τον Αντετοκούμπο; Μπορεί και να εξελιχθεί σε θρύλο του NBA μεγαλώνοντας. Για όλους ναι, έχεις να πεις τόσα και τόσα. Αλλά κάθε φορά που ο Νίκος Γκάλης έμπαινε στα σπίτια μας ή πολύ περισσότερο αν αξιωνόσουν να τον δεις στο γήπεδο, ερχόσουν αντιμέτωπος με μια εμπειρία που ανήκε στην επικράτεια του άρρητου.
10) Ο Νίκος Γκάλης δεν ήταν μπασκετμπολίστας. Ήταν σαμάνος, ήταν όνειρο, ήταν η πιο επίμονη παραίσθηση, ήταν η αλλαγή των κανόνων που διέπουν το ανθρώπινο σώμα σε σχέση με ό,τι το τραβά πίσω στη γη, ήταν η διαρκής άρνηση επιστροφής στη γη, ο Νίκος Γκάλης δεν πετούσε στον αέρα, δεν έφτανε ψηλά, δεν έφτανε μακριά, ο Νίκος Γκάλης χόρευε στον άερα, ο Νίκος Γκάλης έμενε στον αέρα, ο Νίκος Γκάλης είχε με τη βαρύτητα σχέση βουδιστική, ας φτάσουν στο NBA πηδώντας ως την οροφή των γηπέδων, ας πετάξουν από το ένα καλάθι στο άλλο, ας πετάξουν ως υπεράνθρωποι, ο Νίκος Γκάλης πετούσε ως άνθρωπος, ο Νίκος Γκάλης μπορούσε να σε πάρει από το χέρι και να σου δείξει ότι γίνεται, δεν είναι τίποτα, απλά στέκεσαι στον άερα, απλά κάθεσαι εκεί κι αρνείσαι να κατέβεις, ξεχνιέσαι, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να διαρρήξει την αρμονία σου αυτές τις στιγμές που με μια μπάλα μπάσκετ σπας την μέση σου σε έναν χώρο τόσο άλλο από τη γη, αυτές τις στιγμές που έχεις ξεχάσει ότι έχεις βάρος κι εσύ κι αυτή.

Σάββατο, Ιουνίου 03, 2017

Λάμπουν στο πρόσωπό σου

Δεν αλλάζουμε μόνο εμείς μέσα στον χρόνο. Eνίοτε είναι και ο χρόνος που αλλάζει μέσα στον χρόνο. Κι αν όχι ακριβώς ο ίδιος, πάντως η νοηματοδότησή του, η σχέση μας μαζί του, η λειτουργία του στη ζωή μας. Που όλα αυτά βέβαια συνιστούν τελικά την αληθινή του υπόσταση, γιατί χρόνος δεν είναι αυτό που καταγράφουν τα ρολόγια μέχρι να ξεκουρδιστούν, χρόνος δεν είναι καν αυτό που καταγράφεται πάνω στο σώμα μας μέχρι να ξεκουρδιστεί, χρόνος είναι αυτή η εντελώς υποκειμενική απόσταξη ενός κοινού για όλους μεγέθους.

Οι παλιότερες γενιές έχουν περισσότερες ιστορίες Κυριακής να διηγηθούν, επειδή πρόλαβαν μια Κυριακή η οποία ήταν η μόνη αδιαμφισβήτητη βασίλισσα που μπορούσε να σταθεί δίπλα στη γιορτή και τη σχόλη, με αποτέλεσμα να εποφθαλμιά τη θέση της η βδομάδα όλη. Αλλά όταν στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 80 ήρθε δίπλα της να κάτσει και το Σάββατο, προκλήθηκε μια βαθιά τομή στον χρόνο και στο γενικότερο σκηνικό. Η αναλογία είχε πάψει πια να είναι έξι – ένα. Το σκορ είχε γίνει πέντε – δύο. Μην το κρύβουμε, η καθιέρωση του πενθήμερου ήταν τεράστιο χτύπημα στο κυριακάτικο γόητρο. Από εκείνο το σημείο και ύστερα η σημασία της Κυριακής μπορεί να μην είχε αναιρεθεί μεν, είχε σαφώς σχετικοποιηθεί δε. Το Σάββατο έγινε η κατεξοχήν ημέρα ψυχαγωγίας και η Κυριακή μετατράπηκε περισσότερο στην παραμονή της Δευτέρας. Άσε που μερικά χρόνια αργότερα έπαψε να έχει μια ακόμη αποκλειστικότητα, αυτήν της εγχώριας μπάλας, αποκλειστικότητα που της αφαιρέθηκε για τηλεοπτικούς λόγους, επειδή πλέον απλωνόταν σε περισσότερες μέρες της εβδομάδας η σχόλη που κάπως έπρεπε να καλυφθεί, επειδή με άλλα λόγια γιγαντωνόταν το πάρτι της ανέμελης και πάνω από τις δυνάμεις μας ζωής.

Και το πάρτι μπορεί ευτυχώς να έληξε δια της μνημονιακής ευλογίας, αλλά επειδή oι ελληνικές παθογένειες δεν έχουν τέλος, υπήρξαν λυσσώδεις προσπάθειες να διαφυλαχθεί η Κυριακή ως κάτι ιερό, στο οποίο για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα καταστήματα πρέπει να είναι κλειστά και ο καταναλωτής να μην μπορεί να αγοράσει τα χρειώδη. Κι αυτό όμως φαίνεται τώρα να τείνει προς την λήξη του για 32 Κυριακές τον χρόνο -μετά από έντιμο, αμοιβαίο συμβιβασμό με τους δανειστές, που είχαν ζητήσει 332- και κάπως έτσι η Κυριακή έρχεται να αλλάξει πάλι ρόλο. Αν την δεκαετία του 80 τα Σάββατα έγιναν οι νέες Κυριακές, επιτέλους τώρα οι Κυριακές γίνονται οι νέες Δευτέρες. Αν η Κυριακή δέχτηκε το πρώτο πλήγμα παύοντας να είναι η μοναδική εξαίρεση στον κανόνα της κάθε μέρα εργασίας, δέχεται τώρα το δεύτερο επειδή γίνεται κι αυτή μέρος του κανόνα της κάθε μέρα εργασίας. Αλλά πολιτικά μιλώντας, αν η απώλεια της ιδιαιτερότητας των Κυριακών ήταν ένα από αυτά που μας έφεραν ως εδώ, ίσως η αντίστροφη απώλεια της ιδιαιτερότητάς τους μας ξαναβγάλει στο ξέφωτο: όχι άλλες εξαιρέσεις, λούφες και παραλλαγές – επιτέλους να κανονικοποιηθεί ο κανόνας.

Ένας φίλος στο φέισμπουκ έγραψε βέβαια ότι ρώτησε μια κοπέλα σε σούπερ μάρκετ κι εκείνη του απάντησε ότι για 4 ώρες δουλειάς την Κυριακή θα πάρει 5 ευρώ. Δεν ξέρω αν ισχύει το νούμερο, προφανώς δεν έχει διασταυρωθεί, ίντερνετ είναι άλλωστε το μέρος όπου ο καθένας μπορεί να πει ανεύθυνα το οτιδήποτε, ανεύθυνα και χωρίς συναίσθηση της μεγαλύτερης εικόνας, της εικόνας που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο τα συμφέροντα του εργαζομένου αλλά και αυτά του καταναλωτή, της εικόνας που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο τα συμφέροντα του εργαζομένου αλλά και αυτά του εργοδότη, της εικόνας τελικά των ίδιων των συμφερόντων του εργαζομένου, εκτός κι αν δεχτούμε ότι η κυριακάτικη ανεργία είναι προτιμότερη, ρομαντικότερη και βιωματικότερη από την κυριακάτικη εργασία.
(Κείμενο γραμμένο για το «Κ» της Καθημερινής)

Παρασκευή, Μαΐου 26, 2017

Ναι, μισήσαμε.

Αυτό που συμβαίνει μετά την επίθεση στον Λουκά Παπαδήμο θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής: 
μετά τη διαρκή και ασταμάτητη μετεξέλιξη του Αλέξη Τσίπρα και της κυβέρνησής του ως προς μεν την πολιτική πράξη σε ολοένα και πιο σοϊμπλικές και διεθνονομισματικές οδούς και ως προς δε την πολιτική ρητορική σε ένα περιβάλλον που τη διακήρυξη της μιας μέρας έρχεται να ανατρέψει η ακριβώς αντίθετή της της επόμενης, σε ένα περιβάλλον δηλαδή που αν κάποιος συνεχίζει να υποστηρίζει τόσo όσα λέγονταν προχθές, όσο όσα λέγονταν χθες, όσο όσα λέγονται σήμερα, έτοιμος προφανώς να υποστηρίζει και τα νέα ακόμη πιο αντίθετα που θα λέγονται αύριο, πρέπει είτε να έχει τελειωμένο αλτσχάιμερ είτε να γιολάρει ως αρρωστάκι οπαδός ή ως κάπου διορισμένος, 
σήμερα, τέλη Μαϊου του 2017, που όσο περισσότερο εμείς γινόμαστε εσείς, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό του  κομματικού λόγου στηρίζεται πάνω στο «Εσείς» και όχι στο «Εμείς», αφού μόνο το «Εσείς» πλέον μπορεί να του δώσει λόγο ύπαρξης: «Εσείς που τα κάνατε έτσι, εσείς που είστε τέτοιοι», πίσω από το οποίο υπάρχει ένα άρρητο: «Εμείς που όπως κι αν τα κάναμε κι όποιοι κι αν αποδειχτήκαμε, τουλάχιστον δεν είμαστε εσείς»,
σήμερα, τέλη Μαϊου του 2017, έχει απομείνει μια βασική ιδεολογική διαφορά και μαζί μια τελευταία εκκρεμότητα για την οριστική και απόλυτη επικράτηση της έννοιας «Μνημόνιο».
Και αυτή δεν αφορά τον τωρινό Τσίπρα και την τωρινή κυβέρνηση.
Αυτή αφορά την πενταετία 2010-15, αυτή αφορά όσα συνέβησαν στην ελληνική κοινωνία από την άνοιξη του 2010 ως το καλοκαίρι του 2015.
Με άλλα λόγια αυτό που άρχισε στην πραγματικότητα να διακινείται σε όλους τους τόνους από χθες είναι ότι κακώς, πάρα πολύ κακώς, εντελώς κακώς η ελληνική κοινωνία αντιτάχθηκε εκείνη την πενταετία στο καθεστώς ουσιωδώς μειωμένης ανεξαρτησίας στο οποίο υπάχθηκε το ελληνικό κράτος και στο καθεστώς παντελώς ασφυκτικής λιτότητας που επιβλήθηκε.
Κακώς, πολύ κακώς, εντελώς κακώς αγανακτήσαμε, εξοργιστήκαμε, φωνάξαμε. Όλα αυτά τα κάναμε ως προϊόν δηλητηρίασης. Μας πότισαν δηλητήριο οι λαϊκιστές διχάζοντας τη χώρα. Δεν τους αρκεί που η δημοκρατική βούληση ενός λαού κρίθηκε ως εντελώς μηδενικής σημασίας από τους εταίρους δανειστές μας, δεν τους αρκεί που με το πιστόλι στο κρόταφο μάς είπαν συνθηκολογήστε ή σβήσατε από το χάρτη, δεν τους αρκεί που το μνημόνιο επικράτησε ως αναπόδραστος δρόμος στη συνείδηση των πολιτών που με ποσοστό πάνω από 60% και με κλειστές τις τράπεζες το είχαν φτύσει στα μούτρα, όχι, δεν τους αρκεί η παράδοση ενός λαού αμέσως μόλις παραδόθηκε η πολιτική του ηγεσία, δεν τους αρκεί η παράδοση μετά από μια πενταετία πολιτικής αντίστασης. 
Δεν τους αρκεί. 
Δεν θέλουν να νικήσει το μνημόνιο μόνο ως πιστόλι στο κεφάλι μας. 
Θέλουν να ακυρωθεί αναδρομικά το πολιτικό και κοινωνικό μίσος για όσα το μνημόνιο σηματοδότησε, συμβόλισε και έφερε στην πράξη, να ακυρωθεί ως προϊόν πλάνης, εξαπάτησης, δολιοφθοράς.
Δεν ζήσαμε και δεν ζούμε εδώ, δεν βλέπαμε και δεν βλέπουμε τι γίνεται, μας παραπλάνησαν οι λαϊκιστές και δεν αντιληφθήκαμε πόσο ευλογία ήταν το μνημόνιο.
Τι να κάνουμε, ναι, μισήσαμε. Αν σε μια τέτοιου μεγέθους κρίση, σε ένα τέτοιο μεγέθους βαθύ κοινωνικό σοκ, δεν σου επιτρέπεται ούτε να μισήσεις, φτιάξτε μια κοινωνία που να ζητά με χαρά κι ευγνωμοσύνη από τον αγά της να τη σφάξει να αγιάσει.

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2017

Του συζύγου μου

ΔΟΥ. Κεφάλαιο. Μπαίνει και ρωτά τι δικαιολογητικά χρειάζονται για αποδοχή κληρονομίας. Ξέρει ότι έχει αργήσει κι ότι θα πληρώσει πρόστιμο. Ο θάνατος είναι του 14, αλλά όλο έλεγε να προχωρήσει με τα χαρτιά κι όλο το μετάνιωνε. Είναι του συζύγου μου ο θάνατος, λέει και ξαναλέει. Μαζί της, με την ομπρέλα του, το κοριτσάκι της, το κοριτσάκι τους, πρέπει να είναι έξι με επτά. Κάτι θα πρόλαβε άρα. Μπαίνουμε μαζί στο ασανσέρ. Η μαμά της της λέει να πατήσει το μηδέν. Όχι έτσι. Πιο δυνατά. Κατηφορίζουμε στο μηδέν.

Κυριακή, Μαΐου 07, 2017

O ελέφαντας στην πεζογέφυρα

O ελέφαντας στην πεζογέφυρα δεν είναι ότι το ποδόσφαιρο είναι ένα βασικά αντρικό σπορ. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι ότι αν μπορέσουμε να φανταστούμε μια οποιαδήποτε αντίστοιχη δραστηριότητα που θα παρακολουθούνταν κατά μεγάλη πλειοψηφία από γυναίκες, στον αντίστοιχο τελικό δύσκολα, πολύ δύσκολα, ή πάντως με πολύ μικρότερη ευκολία, θα βλέπαμε στην αντίστοιχη πεζογέφυρα γυναίκες χουλιγκάνια να πλακώνονται χωρίς έλεος. Ο ελέφαντας τελικά στην πεζογέφυρα είναι ότι οι εικόνες που κυκλοφορούν από χθες δεν προκαλούν ούτε μόνον αποτροπιασμό ούτε αυτόματα αποτροπιασμό. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι ότι αν είσαι άνδρας υπάρχει η όχι ασήμαντη πιθανότητα να βλέπεις αυτές τις εικόνες και με ένα σχετικό δέος. Να σκέφτεσαι ότι εγώ δεν θα μπορούσα να είμαι εκεί πάνω - κι όχι μόνο γιατί δεν θα ήταν κάτι που θα με εξέφραζε. Ναι, φυσικά ισχύει κι αυτό. Αλλά ακόμη κι αν με εξέφραζε, το πιθανότερο είναι ότι θα κώλωνα. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι η σύνδεση της βίας με την ανδρεία και τον ανδρισμό. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι ότι δεν βλέπουμε όλους αυτούς επάνω της μόνο σαν τελειωμένους, αλλά σε έναν βαθμό που φοβόμαστε να ομολογήσουμε στον εαυτό μας και σαν παλικάρια. Εντάξει, όχι όταν ορμάνε δέκα σε έναν πεσμένο, αλλά όταν πρόσωπο με πρόσωπο βουτάνε μέσα στα αίματα ο ένας του άλλου, τότε μάλλον ναι. Ο ελέφαντας στην πεζογέφυρα είναι τελικά ίσως ότι εσχάτως η τάση είναι να ψειρίζουμε πάρα πολύ πώς βλέπει ένας άνδρας μια γυναίκα, τι είναι σεξιστικό και τι όχι, πόσο επιλήψιμο είναι να την βλέπει έτσι και όχι αλλιώς, τι ακριβώς σημαίνει το έτσι και τι το αλλιώς, η ενοχοποίηση δηλαδή του ερωτικού στοιχείου και του σεξουαλικού ενστίκτου, ενώ αντίθετα το μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να παραμένει το πώς βλέπει ένας άνδρας έναν άνδρα, ότι δηλαδή είναι πολύ πιθανόν όταν βρεθούν απέναντι σε μια πεζογέφυρα να προσπαθήσουν να γαμήσουν ο ένας τον άλλο, ενδεχομένως ως συναινούντες ενήλικοι, αλλά με μια συναίνεση που σε αντίθεση με την ερωτική είναι σκοτεινή και τρομακτική. Είναι η βία ηλίθιε, όχι ο ερωτισμός, είναι το ότι αν κωλώσεις να πλακωθείς είσαι λιγότερο άντρας.

Σάββατο, Απριλίου 08, 2017

Βeutiful little babies

Όμορφα μικρά μωρά συγκινούν τον Ντόναλντ Τραμπ και την Λιμπερασιόν μαζί, παρακινώντας τον μεν να κάνει τον παρθενικό του βομβαρδισμό και τη δε αισθητικοποιώντας τη φρίκη να μας προσφέρει ένα μεγάλης εικαστικής δύναμης εξώφυλλο -και όχι καμιά φτήνια και κάνα καρακιτσαριό κίτρινης φυλλάδας- κι αν η νόρμα της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής είναι το ξεφορτώνουμε βόμβες και πυραύλους και σε όποιον αρέσουμε - για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε, ο Ντόναλντ έρχεται να προσφέρει το απαραίτητο τουίστ, μέχρι να δούμε αν θα βομβαρδίζει όπως οι πριν, ή αν θα ξυπνάει ένα ωραίο πρωί κι άμα τον έχει πιάσει καμιά στρατοκατουρόκαυλα θα παίζει με τα όπλα του μέχρι να αναμιχθεί η γαία με το πυρ, αλλά εν πάση περιπτώσει ως τότε έχουμε εμπεδώσει πως η Συρία βρίσκεται στην μεριά εκείνη της γαίας που όσοι κι αν την βλάπτουν δεν πολυχαλάει ο κόσμος, είναι η μεριά εκείνη που μπορεί να χαλιέται, η μεριά εκείνη που δεν σκανδαλίζει τόσο να εξοντώνονται οι άνθρωποι πάνω της όσο το να καταφέρνουν να διαφύγουν από εκεί και να έρχονται προς την μεριά μας,  η Σουηδία όμως δεν έχει μάθει να βλάπτεται, η Σουηδία δεν έφταιξε σε τίποτα να βλάπτεται, η Σουηδία δεν είναι για να τη βλάπτουν, ό,τι γίνεται πάνω σε έδαφος σαν της Σουηδίας είναι οντολογικά διαφορετικό από ό,τι γίνεται πάνω σε έδαφος σαν της Συρίας, αυτά λίγο πολύ με τα νέα της διεθνούς πολεμικής και τρομοκρατικής σκηνής, γιατί τα νέα της αέναης διαπραγμάτευσης για μια αέναη αξιολόγηση, τα νέα δηλαδή υποθέσεων μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών που δεν έχουν μέσα τους τίποτα το πολεμικό και τίποτα το τρομοκρατικό, τέλειωσαν τον Ιούλιο του 15, έκτοτε κανείς μας πια δεν ασχολείται στα αλήθεια, αποδεχτήκαμε όσα ήταν να αποδεχτούμε, εσωτερικεύσαμε όσα ήταν να εσωτερικεύσουμε, και αν υπάρχει μια ειρωνική νίκη μέσα σε όλη αυτή την ήττα, είναι πως υπό μια έννοια από τότε και ύστερα ζούμε σε ένα χώρο που το μνημόνιο απασχολεί ολοένα και λιγότερο το ενδιαφέρον μας και είναι κι αυτή μια στάσις: νιώθεται, τη νιώθουμε, έχουμε απελευθερωθεί ψυχολογικά, δεν δίνουμε γαμημένη δεκάρα για το πώς θα συνεχίσουν να μας ισοπεδώνουν, μεταφορικά βέβαια, ειρηνικά βέβαια, ένα σχήμα λόγου υπερβολικό είναι, ένα τελευταίο απομεινάρι ψεκασμένης λαϊκίστικης υστερίας, αυτής που κυριάρχησε από το 10 ως το 15, τότε που όλα ήταν δράμα και διακύβευμα, τότε που όλα ήταν ντινάιαλ και άνγκερ και μπάργκενινγκ, τώρα πια πέρασε ο χειμώνας της ντιπρέσιον μας, τώρα ζούμε μέσα στην χάρη της αξέπτανς, μεγάλη, πολύ μεγάλη η χάρη της.

Δευτέρα, Μαρτίου 27, 2017

25η Μαρτίου, μεσημέρι προς απόγευμα.

Eίναι κάτι μονοκατοικίες τόσο παλιές, τόσο μιας άλλης εποχής, της εποχής της προηγούμενης μεγάλης φτώχειας, κάτι μονοκατοικίες που στέκονται παράταιρα δίπλα στις αξιοποιημένες ιδιοκτησίες δεξιά κι αριστερά τους, κάτι μονοκατοικίες σχεδόν χαμόσπιτα σε σύγκριση με τα νέα κτίσματα ολόγυρά τους, κτίσματα που αντανακλούν την ρώμη μιας άλλης εποχής, της εποχής που κάθε φτώχεια ανήκε ασυζητητί στο παρελθόν και ούτε κατά διάνοια στο αμέσως προσεχές μέλλον, κάτι μονοκατοικίες που κατοικούνται αδιάλειπτα από τότε που όλα τα σπίτια δίπλα τους ήταν σαν κι αυτές κι όλοι οι άνθρωποι δίπλα τους προσδοκούσαν δικαιολογημένα ότι η φτώχεια θα αρχίσει να ανήκει στο παρελθόν και ότι θα έρχονται σταθερά καλύτερες υλικά μέρες, μέχρι που μια μέρα ήρθαν και τα καλύτερα σπίτια, μέσα σε ένα δούναι και λαβείν παροχής κι αντιπαροχής επωφελές για όλους, επωφελές για ιδιοκτήτες, εργολάβους, οικοδόμους, συμβολαιογράφους, δικηγόρους, υποθηκοφύλακες, τράπεζες και τόσους άλλους, μέσα σε ένα δούναι και λαβείν το οποίο αυτονόητα ακολουθούσαν όλοι, όλοι εκτός από τους ιδιοκτήτες αυτών των συγκεκριμένων μυγών μέσα στο αξιοποιημένο γάλα, οι οποίοι ποιος ξέρει γιατί, ίσως ήταν υπερβολικά στριφνοί, ίσως ήταν υπερβολικά ακούνητοι, ίσως ήταν υπερβολικά αυτάρκεις, ίσως ήταν υπερβολικά εκτός κυρίαρχων ρευμάτων, ίσως τσακώθηκαν οικογενειακώς πάνω απ' τα κληρονομημένα κλάσματα της μιας και μόνης ιδιοκτησίας και έβαλαν το γινάτι τους πάνω απ' όλα, ίσως ήθελαν στη γη τους να ζουν αυτοί και μόνο αυτοί, ίσως είχαν δει παλιά γουέστερν για ξεροκεφάλους μοναχικούς λύκους που αρνούνταν να απαλλοτριώσουν και να απαλλοτριωθούν, όποιος πάντως και να ήταν ο λόγος οι ράγες του σιδηροδρόμου της ανάπτυξης δεν πέρασαν ποτέ από τα οικόπεδα τους, κάνοντας ζιγκ ζαγκ γύρω τους.
(Είναι αυτές ακριβώς οι μονοκατοικίες που σε κάθε Εθνική Εορτή, ενίοτε κι ανεξάρτητα από αυτές, θα πνιγούν στις γαλανόλευκες, τις οποίες θα δεις πολύ πιο αραιά σε πολυκατοικίες και μεζονέτες).
Είναι κάτι πουλιά που τις ηλιόλουστες μέρες της αργίας θα κελαηδούν και θα κελαηδούν και θα κελαηδούν και θα λες «Ω, η άνοιξη!», «Ω, τι γαλήνη, τι αρμονία και τι φυσικό ζεν!» (μέχρι να αρχίσεις να τα παρατηρείς και να διαπιστώσεις ότι πετάνε διαρκώς από κλαδί σε σύρμα κι από σύρμα σε κλαδί, μέσα σε μια διαρκή τσίτα, μέσα σε ένα διαρκές τριπάκι, αδυνατώντας να κάτσουν τον μικροσκοπικό πουλίσιο τους κώλο για λίγα δευτερόλεπτα κάτω, αδυνατώντας να κάτσουν να θαυμάσουν κι αυτά την πολυθρύλητη γαλήνη, αρμονία και το ζεν της άνοιξης, πετώντας και πετώντας και πετώντας από εδώ κι από εκεί και μετά πιο πέρα, σαν να μην τα ικανοποιεί απολύτως τίποτα, σαν να μην μπορούν να βρουν μισή γωνιά να στανιάρουν, σαν να τα κατατρώει ένα άγχος από το οποίο δεν θα απαλλαγούν ποτέ, ένα άγχος που δεν θα καταλάβουμε με τη σειρά μας εμείς ποτέ, κοιτώντας τα σαν χαχόλοι που λέμε ω, κελαηδούν, ω, τι αρμονία).
Είναι, τέλος, δυο εξηνταπεντάρηδες πλας που πίνουν μεσημεριάτικα τις άμστελ τους στο τραπεζάκι του φούρνου, ήρθαν στον φούρνο της γειτονιάς να πιουν τις μπύρες τους πάνω σε πλαστικά σκαμπώ, μην έχοντας καν να ακουμπήσουν την αξιοσημείωτης ηλικίας πλάτη τους, ακουμπώντας προφανώς στις εορταστικές μπύρες (και τους φωτογραφίζεις από μια σχετική απόσταση σκεφτόμενος μήπως τους ανεβάσεις γυρνώντας από το τρέξιμο, αλλά γυρνώντας από το τρέξιμο υπάρχει αυτή η εικόνα που μπορείς να φωτογραφίσεις από κοντά, χωρίς τον φόβο μην σε δουν, χωρίς το άγχος καταπάτησης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, χωρίς να υπάρχει εκεί τίποτα άλλο παρά μπουκάλια αρραγή και μπουκάλια σπασμένα, χωρίς να υπάρχει εκεί σταλιά μπύρα που να μην αξιοποιήθηκε, σε ένα αμοιβαία επωφελές δούναι και λαβείν, καθώς εσύ δίνεις στη μπύρα την αφοσίωσή σου κι αυτή σου φτιάχνει μετά το κεφάλι, τόσο ώστε να κελαηδούν μέσα σου πουλιά που δεν χρειάζεται να πετάνε νον στοπ, τόσο ώστε να ανεμίζουν μέσα σου σημαίες εορτών που μόνο εσύ ξέρεις τι ακριβώς γιορτάζουν, ποιους αγώνες συμβολίζουν, ποια ιδανικά, ποιες θυσίες, ποια νοήματα).
 

Τρίτη, Μαρτίου 21, 2017

Eίμαι


Είμαι αυτό που δεν μπορείς ποτέ να φανταστείς.
Είμαι οι πολλαπλοί οργασμοί της Μαρί στην αγκαλιά του Μίνωα.
Είμαι o Χρυσαυγίτης με την καρδιά μάλαμα.
Είμαι η πιθανότητα να πήγαν όλα στη ζωή σου καλύτερα απ' ό,τι θα μπορούσαν ποτέ να πάνε.
Είμαι η πιθανότητα να είσαι εσύ ο χειρότερος άνθρωπος από όλους όσους γνώρισες ποτέ προσωπικά.
Είμαι η πιθανότητα να πήγαν όλα καλά στη ζωή σου, ακριβώς επειδή στην πορεία εγκατέλειψες ό,τι είχες διδαχθεί ως σωστό και καλό και εντάξει.
Είμαι η ανομολόγητη ελπίδα σου πως μπορείς να προξενήσεις πολύ περισσότερο κακό σε πολύ περισσότερους ανθρώπους.
Είμαι η ευτυχία που θα βιώσεις όταν μια μέρα φτάσεις εκεί.
Είμαι ο Θεός που υπάρχει. Και που μάλιστα τα πάντα εν σοφία εποίησε.
Είμαι όμως ο Αλλάχ, όχι ο Θεός που μόλις φαντάστηκες.
Είμαι η γη που κι όμως δεν γυρίζει.
Είμαι ένας πλανήτης που δεν γύρισε ποτέ, παρά μόνο στο αγύριστο κεφάλι σου.
Είμαι το γεγονός ότι σήμερα πέθανε ο πρώτος άνθρωπος που δεν γεννήθηκε ποτέ και σαν σήμερα γεννήθηκε ο πρώτος άνθρωπος που ποτέ δεν θα πεθάνει.
Είμαι το γάλα που βρίσκεται παγιδευμένο στο ανδρικό σου στήθος.
Είμαι το αίμα που έρχεται μια φορά τον μήνα στα ανδρικά γεννητικά σου όργανα, ανεκδήλωτο σαν γάλα.
Είμαι η φορά που θα μπορούσες να ερωτευθείς ένα παγκάκι, αλλά δεν τόλμησες να το σκεφτείς νομίζοντας ότι ερωτεύθηκες μια γυναίκα επάνω του. Ή ένα πλάσμα άλλου φύλου. Ή και χωρίς συγκεκριμένο φύλο. Πάντως πλάσμα. Όχι παγκάκι. Ποτέ παγκάκι. Ενώ αυτό θα ήταν ο ένας μεγάλος σου έρωτας. Αν άφηνες το μυαλό σου ελεύθερο. Όπως το έχει αφήσει αυτό. Και σε σκέφτεται. Και φαντάζεται τη ζωή του μαζί σου. Και φαντάζεται ότι μια μέρα θα μπορέσεις να το φανταστείς κι εσύ. Κι ως τότε κάθε βράδυ ξεκολλάει από τη θέση του και πηγαίνει και πετάει σε πλανήτες που όντως γυρίζουν, σε πλανήτες που δεν τους ορίζει κανείς Θεός, σε πλανήτες που τα σώματα των ανδρών δεν μπορούν να βγάλουν γάλα. Ή αίμα. Ή ζωή. Και ξαναγυρνά στο πόστο του κάθε πρωί, μόνο και μόνο για σένα. Για να είναι εδώ αν κι εφόσον μπορέσεις ποτέ να το διανοηθείς.
Είμαι η πιθανότητα αυτές εδώ οι λέξεις να μην είναι γραμμένες στα ελληνικά. Ή να είναι στα ελληνικά, αλλά να μην είναι λέξεις. Ή να είναι λέξεις που όλες τους να μην κρύβουν από πίσω μία και μόνη αλήθεια, μία και μόνη έννοια, μια και μόνη αναφορά, μια και μόνη λέξη: εγώ.
Είμαι δηλαδή η πιθανότητα να υπάρχει ως κίνητρο και αίτημα της γραφής κάτι άλλο πέρα από εκείνον που γράφει: οι άλλοι, ή ένας συγκεκριμένος άλλος, ή ένα συγκεκριμένο παγκάκι, ή το δικαίωμα της Μαρί να έχυνε για τον Μίνωα όπως δεν έχει ξαναχύσει ποτέ γυναίκα για άντρα, έστω κι αν είναι ένα δικαίωμα που εδράζεται μόνο σε αυτό εδώ το κείμενο, το οποίο έκατσε τώρα να ξαποστάσει σε ένα παγκάκι που αιωρείται στο διάστημα, στο διάστημα που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που αποτυπώνει κάθε λέξη όταν λέγεται ή γράφεται και σε αυτό που εισπράττεται από την ίδια λέξη όταν οι άλλοι την ακούν ή τη διαβάζουν, καθώς όσοι αναγνώστες υπάρχουν κι άλλες τόσες εκδοχές του κειμένου υπάρχουν μαζί τους, καθώς τα κείμενα μπορούν να κάνουν τα πάντα, εκτός από το να μην σημαίνουν διαφορετικά πράγματα για τον κάθε έναν που τα διαβάζει.

Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2017

Ταξικά αυτοκίνητα & άλλες ιστορίες

Δυο λόγια για δυο διαφημίσεις που παίχτηκαν την βραδιά των όσκαρ στην αμερικάνικη τηλεόραση.
Η πρώτη δείχνει σκηνές από ταινίες που οι πρωταγωνιστές φοράνε Rolex. Και μπορεί να μην σου είχε κάνει ποτέ εντύπωση όταν έβλεπες την κάθε ταινία ξεχωριστά, αλλά βλέποντας στο βιντεάκι μαζεμένες τις εικόνες, είναι σαν από τον Τσε ως τον Συνταγματάρχη Κερτζ στις ζούγκλες, από την Φέι Ντάναγουεϊ στα γραφεία του «Δικτύου» ως τον Μπιλ Πάξτον στους βυθούς του Τιτανικού, από τον Γκάμπριελ Μπερν στους «Συνήθεις Υπόπτους» ως τον Επιθεωρητή Κλουζώ κι από τον Πολ Νιούμαν σκηνοθετημένο από τον Σκορσέζε ως τον Ντάστιν Χόφμαν σκηνοθετημένο από τον Σλέσιντζερ, όλοι μα όλοι να λειτουργούσαν εξαρχής σαν γκρίζοι πωλητές ρολογιών, είναι σαν να μην έχει τοποθετηθεί το προϊόν μέσα στην κινηματογραφική ιστορία, αλλά σαν η κινηματογραφική ιστορία να ήταν το περιτύλιγμα μέσα από το οποίο θα πωληθεί αποτελεσματικότερα το προϊόν, είναι σαν η κινηματογραφική ιστορία (και μαζί όλο το συναισθηματικό φορτίο που κουβαλά) να ήταν στην πραγματικότητα κι αυτή μια μεγαλύτερη σε διάρκεια και λιγότερο ομολογημένη διαφήμιση.
Η δεύτερη ξεκινά δείχνοντας να χιονίζει του καλού καιρού ή μάλλον του κακού καιρού και να το έχει στρώσει. Ο πατέρας κοιτά από το παράθυρο απολαμβάνοντας μια κούπα που καλό είναι να έχει μέσα ρόφημα και όχι αλκοόλ, γιατί ο κανακάρης έχει ήδη ντυθεί. Θέλει να πάει σινεμά. Τότε η ξαπλωμένη στον καναπέ μαμά που σκρολάρει το τάμπλετ της, μας υπενθυμίζει ότι η όλη κουβέντα περί ταξικότητας του δυστυχήματος με την Πόρσε αποσιωπά ότι η ταξικότητα του θανάσιμου κινδύνου είναι η εξαίρεση και ότι ο κανόνας είναι η ταξικότητα της ασφάλειας. "Take him", λέει στον άντρα, κι αφού δίνει το πράσινο φως και η μάνα, όλα είναι ασφαλή, όλα έχουν ελεγχθεί, όλα είναι οκ. Με την Mercedes - Benz 4MATIC μια βόλτα με ήπια χιονοθύελλα είναι μια βόλτα στο πάρκο. Πατέρας και γιος φτάνουν στο μούλτιπλεξ. Που όμως είναι ολόαδειο. 
Γιατί με άλλα αυτοκίνητα θα ήταν τρέλα να οδηγήσεις με τέτοιο καιρό. Χάρη στα οικογενειακά χρήματα ο κανακάρης έχει τη δυνατότητα να ζει σε έναν κόσμο που βρίσκεται διαρκώς σε πλήρη λειτουργία ανεξαρτήτως των εξωτερικών συνθηκών και δυσχερειών, αλλά η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ότι, ενίοτε, όταν είσαι τόσο πολύ νικητής στη ζωή, καταλήγεις να είσαι ο μόνος που έχεις τη δυνατότητα να τον απολαύσεις. Ακριβέστατη η μεταφορά για τον καπιταλισμό, αλλά επειδή παραείναι δυστοπική, τη στιγμή ακριβώς που κανακάρης και πατέρας κανακάρη ετοιμάζονται να φύγουν, καταφθάνει μια ακόμη Mercedes - Benz 4MATIC και βγαίνει από μέσα η πριγκίπισσα του κανακάρη. Η δυστοπία φεύγει, το όνειρο έρχεται, τώρα θα έχουν όλο το μούλτιπλεξ δικό τους, τώρα δεν θα είναι καθόλου άβολο που θα λειτουργεί μόνο για πάρτη τους, να πάει να γαμηθεί το περιβάλλον και η κοινωνία, there's no such thing as society, οι άλλοι ας έχουν αποκλειστεί σπίτια τους, εμείς με τις οικογενειακές μας Μercedes καταφέραμε να 'ρθουμε. Kαθώς μπαίνει βέβαια στην αρχή στο μουλτιπλέξ ο κανακάρης, στο βάθος βλέπουμε τον υπάλλληλο στο ταμείο και τον υπάλληλο στο μπαρ. Αυτοί δεν διευκρινίζεται αν ήρθαν στη δουλειά με την δική τους οικογενειακή Μercedes, με τα πόδια ή έρποντας, τη δική τους ιστορία δεν θα τη πει διαφήμιση, τη δική τους ιστορία προσπάθησε ίσως να την πει κάποτε ο Τσε, μέχρι να γίνει κι αυτός στάμπα σε μπλουζάκια και πόστερ μπόι για τη διαφήμιση της Rolex.    
Γραφικότητες, θα πεις, το ξέρω. Το να ψιλοντρεπόμαστε άλλωστε κάθε φορά που γράφουμε τέτοια, είναι αναπόσπαστο μέρος του παιχνιδιού.